Ο χαιρετισμός…

Του Φραγκίσκου Κρουσίνσκυ

 

(Ο Φραγκίσκος Κρουσίνσκυ, εργαζόμενος επί δεκαετίες στα "ΝΕΑ", κάποια στιγμή που συναντηθήκαμε είπε πως έχει κι αυτός μια ναυτική ιστορία. Την έστειλε. Συνέβη στον Ινδικό κι την διηγιόταν ένας ο καπετάν Χρήστος από το Γαλαξείδι. Όταν την διάβασα θυμήθηκα μια αντίστοιχη, αλλά με άλλο τέλος στον Ατλαντικό, την οποία είχε γράψει ο καπετάν Γιώργης από το Κόρθι. Τελικά κατέληξα πως όλοι οι ναυτικοί έχουν μια κοινή πατρίδα, την θάλασσα. Γι' αυτό και οι ιστορίες τους γειτονεύουν, αλληλοσυμπληρώνονται και δεν απέχουν η μια από την άλλη – Εν Άνδρω)

Το Γαλαξείδι είναι αυτό που λένε «νησί της στεριάς».  Πράγματι το κεντρικό λιμάνι δίνει την εντύπωση πως βρίσκεσαι σε νησιώτικο περιβάλλον. Το δεύτερο και παλιότερο λιμάνι του, δίπλα, λέγεται και «Χηρόλακας». Όχι αναίτια. Εκεί έκλαιγαν οι χήρες τους ναυτικούς που χάνονταν στα ταξίδια. Βλέπεις ο τόπος παραδοσιακά έβγαζε ναυτικούς…

Ο καπετάν Χρήστος - μακρινός συγγενής εξ΄αγχιστείας - συνταξιούχος καπετάνιος, δένει τη βάρκα του στο Χηρόλακα. Από κει βγαίνει και ψαρεύει συχνά. Μια μέρα την ώρα που έδενε τα σχοινιά γύρισα και τον ρώτησα για τον καιρό. Και μου απαντά:

-       Τώρα πλέον αντί για τα παλιά ναυτικά σημάδια που δείχνουν τι καιρό θα κάνει, βλέπω τις ανεμογεννήτριες στο βουνό. Ανάλογα με την γωνία και την φορά των πτερυγίων καταλαβαίνω αν θα ‘χουμε γαρμπή ή σοροκάδα...

Όπως τον έβλεπα σκυμμένο στα σχοινιά μου ήρθε μια ιδέα και τον ξαναρωτάω:

-    Χρήστο μήπως θυμάσαι καμιά ιστορία που σε συντάραξε μετά από τρεις δεκαετίες στην γέφυρα; 

Ο καπετάν Χρήστος σταματά. Κοιτάζει τη θάλασσα. Κάθεται σε μια άκρη κι ανάβει τσιγάρο. Μετά άρχισε αργά:

-     Ήταν στη δεκαετία του 70΄. Ήμουν δόκιμος σ΄ ένα ελληνικό φορτηγό. Ταξιδεύαμε στον Ινδικό. Νύχτα με καλή θάλασσα. Κοιμόμουν στην κουκέτα μου μετά από μια κουραστική βάρδια. Ξαφνικά ακούγεται ένας δυνατό σφύριγμα που κατάλαβα ότι προερχόταν από το δικό μας καράβι. Σφύριγμα πλοίου μέσα στη νύχτα, χωρίς αιτία, σημαίνει συναγερμός! Σηκώθηκα, ντύθηκα γρήγορα κι ανέβηκα αλαφιασμένος στην γέφυρα. Εκεί ήταν μόνο ο τιμονιέρης και ο καπετάνιος, ένας Χιώτης. Τι συμβαίνει καπετάνιο, ρωτάω ανήσυχος. Εκείνος δεν απάντησε. Ο τιμονιέρης μου έκανε νόημα να περιμένω…

Σταματά παίρνει μια ανάσα και συνεχίζει:

-    Μετά είδα ότι τα μάτια του καπετάνιου ήταν υγρά. Στεκόταν όρθιος δίπλα στο τζάμι της γέφυρας και κοίταζε προς την πλώρη με άδειο βλέμμα. Δεν είπα τίποτα. Πέρασε αρκετή ώρα. Κάποια στιγμή ο καπετάνιος γύρισε πίσω στη θέση του. Κάθισε κι άρχισε να μιλάει σιγά…

Ξαναπαίρνει μια ανάσα ο καπετάν Χρήστος, πετά το τσιγάρο, και συνεχίζει την αφήγηση:

-    Πριν από αρκετά χρόνια, μου είπε, ήμουν και εγώ δόκιμος σε ένα γκαζάδικο, ταξιδεύαμε σε αυτό το μήκος και πλάτος. Ήταν μια άγρια νύχτα, ο δικός μου καπετάνιος ζήτησε δυο εθελοντές. Έπρεπε να βγουν στο κατάστρωμα και να ασφαλίσουν το καπάκι μιας υπόγειας εισόδου στην πλώρη, γιατί η θάλασσα αγρίευε και μια τέτοια κατάσταση θα έθετε το καράβι σε κίνδυνο. Πολλή περισσότερο που ήταν και γκαζάδικο. Διστάσαμε. Τότε ο τρίτος καπετάνιος, ένα θαυμάσιο και φιλότιμο παιδί - ανδριώτης νομίζω - προσφέρθηκε. Είπα ότι θα πάω μαζί του. Ήταν δύσκολη δουλειά. Τα κύματα είχαν αρχίσει να σαρώνουν το κατάστρωμα. Παρόλα αυτά αποφασίσαμε να μη δεθούμε και γιατί το καπάκι ήταν κοντά και γιατί αν μας χτύπαγε ένα κύμα δεμένους στη λαμαρίνα θα μας τραυμάτιζε σοβαρά. Καθώς βγαίναμε γυρνάω και του λέω πως δεν ξέρω κολύμπι...

-    Πάμε μη φοβάσαι, απάντησε ο τρίτος. Ξέρω να κολυμπώ καλά και για τους δυο μας…

-    Βγήκε και τον ακολούθησα. Η δουλειά έγινε γρήγορα και αρχίσαμε να γυρίζουμε πίσω. Εκείνη τη στιγμή η πλώρη βυθίστηκε και ένα τεράστιο κύμα σάρωσε το καράβι. Σαν πούπουλα μας σήκωσε ψηλά και μας πέταξε στην αγριεμένη θάλασσα. Για μια στιγμή έχασα τα πάντα. Την επόμενη στιγμή ένα άλλο κύμα με πέταξε πίσω στο κατάστρωμα! Το πλήρωμα βγήκε και με τράβηξε μέσα. Σαν από θαύμα γλύτωσα με δύο σπασμένα πλευρά. Όμως, ο τρίτος χάθηκε για πάντα στη μέση του ωκεανού... Τον πήρε η θάλασσα μαζί της… Η μοίρα έπαιξε άσκημο παιχνίδι μαζί του. Εκείνος που ήξερε να κολυμπά χάθηκε και εγώ που δεν ήξερα σώθηκα... Έτσι κάθε φορά που η ρότα με φέρνει και περνάω από αυτό το σημείο, χαιρετάω τον φίλο μου. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω γι΄ αυτόν...

Εδώ ο Χρήστος σταμάτησε. Άναψε δεύτερο τσιγάρο και μονολόγησε:

-    Τώρα που το σκέφτομαι πρέπει να αλλάξω αραξοβόλι για τη βάρκα μου…

-    Γιατί, τον ρώτησα...

-      Μα εδώ είναι η Χηρόλακα. Κι εμένα δεν μ’ έχει κλάψει ακόμη κανείς!

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

  • Δεν βρέθηκαν σχόλια