Η τραβερσάδα του τρόμου

Του Ντίνου Αστρά

Το διάσημο γιώτ Paloma της οικογένειας B. Γουλανδρή

…Σε τρεις μέρες επισκευάσαμε (στο Τόκιο) τις ζημιές μας, δεν ήταν δα και τόσο σοβαρές, αποβιβάσαμε τους εφοπλιστές, που προτίμησαν να πετάξουν στην Ελλάδα, κι εμείς ξεκινήσαμε για ν' ανταμώσουμε το μακρινό μας προορισμό. Τις δυο πρώτες μέρες ο καιρός ήταν υποφερτός, μονάχα μια βαριά συννεφιά είχε σκοτεινιάσει τον ουρανό. Το πρωί της τρίτης ο μαρκόνης έφερε στη γέφυρα ένα ραπόρτο ανησυχητικό. Ο τυφώνας "Φρίντα" είχε ξεκινήσει απ' το Γκουάμ για το ταξίδι της καταστροφής και του χαμού.

Τότε αναρωτιόμουν ακόμα γιατί να δίνουν στους τυφώνες γυναικεία ονόματα. Τώρα που στη ζωή μου γνώρισα το πείσμα, τη δύναμη και τ' απρόσμενο της γυναίκας, όσο μπορείς να λες πως κάτι γνώρισες απ' αυτό το παράξενο πλάσμα, είδα πια πόσο μοιάζει με τους τυφώνες κι έπαψα ν' αναρωτιέμαι... Κρυφτήκαμε για δυο μέρες στην Οκινάουα και ξεκινήσαμε μονάχα όταν βεβαιωθήκαμε πως σκαπουλάραμε απ' τα πλοκάμια της "Φρίντα".

Η άτιμη όμως άλλαξε απότομα τα σχέδια της κι αντί να περάσει από χει που προβλεπόταν, τράβηξε γι' άλλη κατεύθυνση, μπλέκοντας και μας στον άγριο θυμό της. Μόλις μπήκαμε στην κινέζικη Θάλασσα, μας πήραν τα παρακλάδια της. Αέρηδες και κύματα που ξεπέρναγαν τα οχτώ και εννιά μποφόρ άρχισαν να μας δέρνουν, χωρίς να μας αφήνουνε να πάρουμε ανάσα. Οι ασυνήθιστα δυνατές βροχές, που τις συνόδευαν κεραυνοί κι αστροπελέκια, μας μαστίγωναν χωρίς να μπορούμε να δούμε πέρα από τη μύτη μας.

Ευτυχώς είχαμε σχεδόν συνηθίσει το κούνημα κι έτσι τουλάχιστο δε μας ταλαιπωρούσε το ξερατί. Η συμπεριφορά του κότερου, μέσα σε τέτοια καταιγίδα, σον θύμιζε καΐκι. Τιμόνι δεν άκουγε, ο μπούσουλας είχε λωλαθεί κι η σοροκάδα το πήγαινε και το 'φερνε κατά τα κέφια της. Τα στράλια σφύριζαν δαιμονισμένα, λες κι ένα μάτσο διάβολοι ήταν δεμένοι πάνω τους. Αγωνιζόμαστε σκληρά για να βαστάμε τη ρότα μας, κι όταν καμιά φορά το ρέμα κι η θάλασσα μας παράσερναν κοντά σε ξέρες, ο λοστρόμος ρωτούσε περιπαιχτικά, πιο πολύ για να πάρει κουράγιο απ' την απάντηση: "Μωρέ, ο γιαλός είναι στραβός ή εμείς στραβά αρμενίζουμε;" Από εκείνη τη νύχτα βγάλαμε τα παπούτσια μας, φορέσαμε τα σωσίβια και χάναμε κρεβάτι μας το πίσω κατάστρωμα, έξω απ' το πάνω σαλόνι, που απάγκιαζε. Κοιμόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον, εκτός απ' τον καπετάνιο, τον πρώτο και το μάγειρα.

Οι λίγες φορές από τότε που κοιμηθήκαμε στα κρεβάτια και βγάλαμε τα σωσίβια από πάνω μας ήταν όσο βρισκόμαστε στα πόρτα της Σιγκαπούρης, του Κολόμπο και τοy Άντεν, που σταματήσαμε λίγες ώρες για ανεφοδιασμό. 'Ήταν οι δύο τρεις μέρες, όταν για ν αποφύγουμε εκείνα τα καταραμένα μουσώνια κατεβήκαμε νότια. Εκεί που ανταμώσαμε μια χαρούμενη θάλασσα, καθάρια κι ακούνητη, που σου θύμιζε βουνίσια λίμνη. Εκεί, κάτω από 'ναν ουρανό που τη μέρα ο ήλιος σου κρυφογέλαγε και σε χάιδευε και τη νύχτα με τ' αστέρι του Βοριά, ξεχασμένο στα βορινά του πλάτη, ο "Σταυρός του Νότου", κρεμασμένος πάνω απ' το πλωριό άλμπουρο, σ' οδηγούσε σε μονοπάτια ανείπωτης γαλήνης.

Ήτανε ακόμα κι όσο χρειάστηκε για να περάσουμε το μυστηριακό κανάλι του Σουέζ. Αυτές ήταν και οι μοναδικές μέρες που φάγαμε μαγειρευτό φαί. Τον υπόλοιπο καιρό, αφού ο μάγειρας δεν μπορούσε να πάρει τα πόδια του ο φουκαράς, είχαμε ταράξει τις κονσέρβες που αγοράζαμε στα πόρτα, τις γαλέτες και τα βραστά αυγά. Κάθε μεσημέρι ο καπετάνιος έστελνε στους πλοιοκτήτες τηλεγράφημα με το στίγμα του καραβιού και τις συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή που πλέαμε. Τα 'θελαν, λέει, για ν' αποτυπώνουν πάνω στο χάρτη την πορεία μας και να "συμπαραστέκονται" κατά κάποιον τρόπο στην προσπάθειά μας.

 Μια δυο μέρες πριν φτάσουμε στη Σιγκαπούρη, ο καιρός τα χάλασε ακόμα περισσότερο. Όσο η ώρα πέρναγε, τόσο μια κόλαση μας έζωνε δημιουργώντας μας την αίσθηση πως τα χειρότερα είναι μπροστά μας. Τη νύχτα τα βρήκαμε σκούρα. Η θεομηνία γιγάντεψε, το αστραποβόλημα μας στράβωνε κι οι κεραυνοί μαστίγωναν τ' αυτιά μας. Ολάκερη η φύση ξεπέρασε και τον πιο άγριο εαυτό της. Κανένας μας δεν κοιμήθηκε. Μαζευτήκαμε στη γέφυρα και τρέμαμε σαν κολασμένοι. Ο Γιάννης ο ναύτης έψελνε και ξόρκιζε με τον απήγανο τα κύματα, ο καμαρότος ο Αντώνης φώναζε συνέχεια την Αγία Θαλασσινή και της έταζε λαμπάδες, ο δεύτερος μηχανικός βλαστημούσε την ώρα και τη στιγμή που μπάρκαρε σε καΐκι και ο μαρκόνης, ταξιδεύοντας στα δικά τον κύματα, έψαχνε να βρει ελπίδες για το ξεθύμασμα του καιρού. Δεν ξέραμε ούτε πού ήμαστε ούτε πού πηγαίναμε, πλέαμε στα κουτουρού. Το ραντάρ δε δούλευε, είχε καεί η ασφάλεια του μοτεριού απ' τον πολύ αέρα και ποιος ν' ανέβει στο άλμπουρο για να την αλλάξει, εδώ δεν τολμούσες να ξεμυτίσεις απ' τη γέφυρα.

 

Μέχρι και "σκαντίλιο" ρίξαμε, αφού δεν ξέραμε πού βρισκόμαστε και φοβηθήκαμε μπας και τραβάγαμε για τα ρηχά. Λίγο έλειψε να χάνουμε ανάποδο "τραβέρσο". Κείνη τη νύχτα είδαμε το χάρο με τα μάτια μας. Το μεσημέρι, ο καπετάνιος έστειλε στο "δοβλέτι" το συνηθισμένο τηλεγράφημα με το στίγμα μας, που 'δειχνε πως το προηγούμενο εικοσιτετράωρο είχαμε χάνει μονάχα δεκαεννιά μίλια. Περιγράφοντας τις συνθήκες, δραματοποίησε ακόμα περισσότερο τον εφιάλτη της νύχτας.

Η "συμπαράσταση" μας ήρθε λίγες ώρες μετά. "Διατηρήστε τα δεντράκια ζωντανά και το κατάστρωμα ακηλίδωτο", έγραφε το τηλεγράφημα που λάβαμε…

Μια ακόμα φωτογραφία του Paloma

...Οι μέρες μας κυλούσαν στο ίδιο μοτίβο, μουντές, πληκτικές, αμίλητες. Οι καιροί το ίδιο δύστροποι, εκείνο που άλλαζε ήταν τ' όνομά τους, ανάλογα με τον τόπο που λυσσομανούσαν. Οι τυφώνες, τ' απόνερα τους μάλλον, του Ειρηνικού και της κινέζικης θάλασσας έδωσαν τη σκυτάλη στους μικρούς αλλά ορμητικούς κυκλώνες του κόλπου της Βεγγάλης, που τα ραγάνια τους σε στράβωναν και σ' έκαναν να θυμάσαι τον Μαραμπού και τα τραγούδια του, κι αυτοί με τη σειρά τούς στα μουσώνια του Ινδικού, στις φρεσκαδούρες της Ερυθράς και στα πρώιμα μελτέμια τον Αιγαίου. Μας συνόδευαν μέχρι την μπούκα του λιμανιού και μας περίμεναν ξανά μόλις αφήναμε τον πιλότο. Τέτοια συνέπεια στα ραντεβού τους θα τη ζήλευαν ακόμα κι ερωτευμένοι.

Σαράντα πέντε μέρες χάναμε απ' τη μέρα που αφήσαμε το μακρινό Τόκιο, μέχρι που αντικρίσαμε το μόλο της Φρεατίδας. Σαράντα πέντε μέρες εξόντωσης, αφού εκτός των άλλων δουλεύαμε δώδεκα ώρες τη μέρα σε εξάωρες βάρδιες. Σαράντα πέντε μέρες δύσκολες, αφού οι συνθήκες διαβίωσης Θα μπορούσαν εύκολα να χαρακτηριστούν σκληρές και μερικές φορές άγγιζαν ή ξεπέρναγαν τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Σαράντα πέντε μέρες, που μια χούφτα άνθρωποι είχαν γίνει ένα, που τα 'βαλαν με τη φύση και βγήκαν νικητές, χωρίς να αιφνιδιαστούν απ' τις καλοστημένες και βίαιες επιθέσεις της. Κάτσαμε λίγες μέρες δεμένοι στο μόλο, όσο χρειάστηκε για να ανασάνουμε λίγο και να επιβιβαστούν οι καραβοκύρηδες με τη μεγαλουσιάνικη παρέα τους.

 

 Καθισμένος το χάραμα στην πρύμη ανάμεσα στους κάβους και στις πρυμάτσες, καθώς αγνάντευα τα γαληνεμένα νερά του Σαρωνικού, μέσα απ' τα γκριζογάλανα συννεφάκια του σέρτικου τσιγάρου, αναλογιζόμουν τα μαγικά κόλπα που μεταχειρίζεται μ' εκπληκτική μαεστρία εκείνη η μαριόλα η θάλασσα. Κόλπα πού σ' έχαναν να ξεχνάς το εφιαλτικό κροσάρισμα των ωκεανών, αναπληρώνοντας το ξεχασμένο πια συναίσθημα του φόβου και της αγωνίας, μ' εκείνη τη μεθυστική απόλαυση που σε σπρώχνει να σηκώσεις τα μάτια σου ψηλά και να στείλεις ένα ευχαριστώ σ' όποιον σου δίνει τη χαρά να υπάρχεις.

 

Σημ.: Το γιωτ Παλόμα του Βασίλη και της Ελίζας Γουλανδρή ναυπηγήθηκε στην Ιαπωνία το 1965. Ανάμεσα στο πλήρωμα που το έφερε στην Ελλάδα ήταν και ο νεαρός τότε ανδριώτης ναυτικός Κωσταντής Αστράς, που περιγράφει και την περιπέτεια των 45 ημερών από το Τόκιο μέχρι τον Πειραιά. Το γιώτ πουλήθηκε το 2003 σε μαλτέζικη εταιρεία. 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Posting comment as a guest. Sign up or login to your account.
Attachments (0 / 3)
Share Your Location
There are no comments posted here yet