Απόμαχος

Της Ιουλίας Ζαννάκη

 

Άρνη - φωτογραφία "Έν Άνδρω"

Απομεσήμερο στην πλώρη. Ανυπόμονος  στέκω. Επιστρέφω. Το φυλλάδιο στης βαλίτσας τον πάτο. Αχρείαστο πια. Γλυκόπνοος ο ναυσίπομπος άνεμος εξαγνίζει τη θάλασσα. Στο βραχόσπαρτο δρόμο του καθαρμός ο υπερόπτης ραντίζει με δροσοπάχνη τους ύφαλους που όρθιοι τον αντιμάχονται.

Τον Καβοντόρο ηρεμεί κι αφοπλίζει, πλανευτής στο διάβα του, ο δόλιος. Ο Καβαντόρο, ο  αγαλήνευτος με κουβαλά σαν βρέφος στην αγκαλιά της γης μου. Από αυτή τη γη που έφυγα με κατεβασμένο κεφάλι σαν  ένοχος σαν λιποτάχτης. Απομακρυνόμουν και μέσα μου κουφόβραζε ένας θυμός και ένα παράπονο, για κείνη, τη γη που δεν μπορούσε να μας θρέψει που μας έδιωχνε μακριά. Αποπαίδια.

Ανεβαίνω με ελαφριά πατημασιά τα σκαλιά που οδηγούν στο σπιτικό μου. Ολάνοιχτη η πόρτα, ήλιος γι αυτούς ο ερχομός μου. Είναι  όλοι εκεί. Η αγκαλιά τους με ζεσταίνει. Αυτό θα είναι πια το δικό μου λιμάνι, καμωμένο από τα στέρεα υλικά της γης.

Αφουγκράζομαι. Όλοι κοιμούνται. Νυχτοπατώντας πάω στη σάλα. Ανοίγω τη  βαλίτσα, παίρνω το μικρό σημειωματάριο. Αυτό είναι στεριανό μου ημερολόγιο. Το φυλλομετρώ: «Πέμπτη θα πάω στα μελίσσια. Παρασκευή στα κτήματα..»

Από αύριο επιστρέφω στη δούλεψη της. Ξαπλώνω. Τυλίγω με το χέρι μου το κορμί της γυναίκας μου και κείνη κουρνιάζει μισοκοιμισμένη στο δικό της λιμάνι.

Ξημερώματα στα μελίσσια μου.  Ήχοι ξεχασμένοι, βυθισμένοι στον παφλασμό των κυμάτων, με κατακλύζουν Σαν μουσική φτάνουν στα αυτιά μου, ο ύμνος των μελισσών στων βουνών την αντήχηση, το κελάρυσμα των πηγών. Ακούω σαν ψίθυρο της αχιβάδας το λίκνισμα και τις πέρδικες να απογειώνονται στην πλαγιά του βουνού του αμόλυντου. Ο γητευτής των μελισσών. Ασκεπής κάνω τη λάτρα τους, Και  εκείνες πετούν γύρω μου, κάνοντας αέρινα σχήματα.

Παρασκευή. Οι αγέρηδες κούρσεψαν τα κτήματα μου, τα ρήμαξαν. Οι αιμασιές πνιγμένες στα χόρτα, τα δέντρα ακλάδευτα και τα  αμπέλια γέρικα κούτσουρα, αβοήθητα στο χώμα, γεμάτα χόνδρους, σε στάση απελπισίας πνιγμένα από τα παράσιτα που θέριεψαν.

Τα μάτια μου θολώνουν. Τα κλαδιά από τα δέντρα εμποδίζουν το βήμα μου, με σταματούν. Απαιτούν να δω την ερημιά τους. Ζητάνε έλεος. Σκύβω ντροπιασμένος και παίρνω ένα σβώλο χώμα στα χέρια μου. Το σφίγγω στη χούφτα μου και κείνο θρυμματίζεται καμένο από τον ήλιο και την ξηρασία. Περπατάω ανάμεσα τους και τους ψιθυρίζω λόγια μετάνοιας. Η μάνα μου τραγουδούσε στα λουλούδια της για να μεγαλώσουν και να ανθίσουν. Κάνω και εγώ το ίδιο. Λυτρώνομαι.

Κάθομαι στον εξώστη και αγναντεύω τα σύννεφα που δρασκελούν βιαστικά την πλαγιά. Περιμένω τις εποχές. Το όργωμα, τη σπορά, το κλάδεμα, το θέρος. Περιμένω την Άνοιξη. Περιμένω να την δω να διαβαίνει αέρινη τις αιμασές και τα στήματα. Την βλέπω να κοντοστέκεται στο Μεγαλόγκρεμνο να φωτίζει τα δώματα, το καμπαναριό, το λευκό και το λουλακί που την προσμένουν.

Η θάλασσα, είναι πια  ένα κάδρο στο βάθος του ορίζοντα. Τροφός που ανάστησε τη φαμίλια μου. Ναι.  Δεν της κρατώ θυμό ούτε παράπονα της κάνω.  Για μένα όμως μητριά ήταν.

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

Posting comment as a guest. Sign up or login to your account.
Attachments (0 / 3)
Share Your Location
There are no comments posted here yet
  1. Dimitrios

Για εμενα δεν είναι μητρια, ειναι ότι ωραιότερο μου έχει συμβεί. Αυτό όμως είναι η προσωπική μου άποψη βασισμένη σε δικές μου εμπειρίες και δεν σημαίνει πως διαφωνώ με τα γραφόμενα της συγγραφέως.