ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΗΝ ΑΝΔΡΟ: Η Πανάχραντος, ο Φασιανός και το ελληνικό καλοκαίρι…

Γράφει ο ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΜΠΑΣΑΝΤΗΣ
Μέρες σημαδιακές του Δεκαπενταύγουστου. Μέρες ορόσημο για την εκκλησία, για τον ελληνισμό, το Αιγαίο και το καλοκαίρι. Μέρες που γιορτάζει το μοναστήρι της Παναχράντου στην Άνδρο. Μια από αυτές τις μέρες, λοιπόν, με πήρε τηλέφωνο ο φίλος – και συγκάτοικος στην Άνδρο του καλοκαιριού – Γιώργος Αναγνωστάκος. Άνθρωπος δραστήριος, οξύνους, γνώστης ανθρώπων και καταστάσεων, πολιτικά συντηρητικός, αλλά και συνάμα λίαν αιρετικός.
- Θέλω να πάμε στην Πανάχραντό. Πήγα πέρσι μετά από αυτά που είχες γράψει και το μοναστήρι με εντυπωσίασε. Εφέτος θάλω να πάμε να δούμε παρέα την έκθεση Φασιανού για την οποία έγραψες εφέτος και τον πύργο με το Τέχνης Φυλακτήριο για το οποίο έγραψες πέρσι.

Συμφώνησα. Βρήκαμε ένα πρωινό αυτών των ημερών, που το μοναστήρι γιορτάζει και ξεκινήσαμε. Αυτός ξεκίνησε την “έκδρομή” του από τον μακρινό Χάρακα, όπου κατηκοεδρεύει. Εγώ απλώς ανηφόρισα από την απέναντι πλαγιά, από το Άνω Υψηλού, για τους Γερακώνες. Αυτός χρειάστηκε κοντά μιάμιση ώρα – πήγε κι από λάθος δρόμο. Εγώ σκάρτο εικοσάλεπτο. Κάποτε έφτασε. Και ανεβήκαμε τα δεκάδες σκαλιά από τον αυλόγυρο του καθολικού της Μονής στον πύργο του μοναστηριού, όπου στο ισόγειο του πύργου, που στεγάζεται η εφετεινή έκθεση του Αλέκου Φασιανού και στο πάνω μέρος η μόνιμη έκθεση σύγχρονη ζωγραφικής της Μονής: το Τέχνης Φυλακτήριο.

Μπήκαμε στον χώρο της έκθεσης του Φασιανού. Έμεινα πιο πίσω να κοιτώ αντιδράσεις αυτού και της γυναίκας του. Η έκθεση διαμοιρασμένη περίτεχνα στους μικρούς ανασκευασμένους μεσαιωνικούς χώρους της Μονής από τον εξαιρετικό επιμελητή και ζωγράφο Χρήστο Κεχαγιόγλου. Ήταν το πρώτο που σχολίασε μετά την αρχική περιήγηση στο πρώτο μέρος της. Εκθέματα προσαρμοσμένα τέλεια σε έναν λιτό πέτρινο χώρο. Μου το σχολιάσε κι αυτός και η γυναίκα του. Και μετά πέρασαν στο δεύτερο μέρος της έκθεσης, όπου εντυπωσιάστηκαν ακόμα περισσότερο. Ολοκλήρωσαν την διαδρομή αγοράζοντας τον κατάλογο της έκθεσης.

Και συνέχισαν για άνωθεν. Στο “Τέχνης Φυλακτήριον” της Μονής. Όσο τους εντυπωσίασε η έκθεση του Φασιανού, άλλο τόσο τους αιφνιδίασε η μόνιμη συλλογή έργων σύγχρονης τέχνης της Μονής. Περιδιάβαιναν τους δύο μικρούς στενούς ορόφους της μόνιμης έκθεσης μαζί με τους άλλους επισκέπτες κοιτάζοντας ξαφνιασμένοι τα έργα των σύγχρονων ελλήνων ζωγράφων που χάρισαν στο ιστορικό μοναστήρι της Άνδρου: Σταθόπουλος, Γέρος, Τζερμιάς, Χάρος, Χουλιαράς, Ιωαννίδης, Κανά κ.α.

ΑΠΟΤΙΜΗΣΕΙΣ
Κατεβαίνοντας στον αυλόγυρο του μοναστηριού ο Γιώργος έκανε μια αποτίμηση της εμπειρίας μιλώντας τηλεφωνικά με έναν φίλο του σχετικό με την πολιτική και την εκκλησία εξηγούσε:
- “Ιδού ένας σπουδαίος τρόπος η εκκλησία να συνδεθεί εκ νέου με την ελληνικότητα, την σύγχρονη εποχή, τους νέους, τους καλοκαιρινούς επισκέπτες της Άνδρου και το κυριώτερο να δημιουργήσει μια κοινωνική γέφυρα όλων με όλους αναδεικνυόμενη σε εστία πολιτισμού…”

Η αξιολόγηση του, εδραζόμενη πάνω στις εμπειρίες της επισκεψης τόσο στην έκθεση του Φασιανού όσο και στο Φυλακτήριο Τέχνης της Μονής δεν ήταν γενικολογίες, αλλά συμπεράσματα από αυτά που είχε δει. Και το πλέον ενδιαφέρον ήταν η απήχηση στον κόσμο αυτών που είχε δει. Αντί άλλων μόνο μία τελευταία προσθηκη:

- Ρώτησα την κυρία που ήταν υπεύθυνη στη είσοδο της έκθεσης για το πόσοι άνθρωποι την επισκέπτονταν ημερησίως: “από 150 μέχρι 300. Όμως συνήθως είναι σταθερά πάνω από 200 επισκέπτες κάθε μέρα”! Εντυπωσιακό. Η έκθεση ξεκίνησε στις 27 Ιουνίου. Από τότε μέχρι σήμερα είναι κοντά 7 εβδομάδες. Από 200 άτομα την μέρα έχουμε κοντά 10.000 επισκέπτες εχουν φτάσει μέχρι το μαναστήρι να δουν μια σπουδαία έκθεση σε ένα μοναδικό εκθεσειακό χώρο, που ίσως δεν υπάρχει άλλος αντίστοιχος στην Ελλάδα. Και όλο αυτό επιτεύχθηκε χάρη στην έμπνευση του επιμελητή Χρήστου Κεχαγιόγλου. Το μέγα έργο της ανακαίνισης της Μονής. Την αστείρευτη ζωτικότητα του π. Αέτιου. Την ακούραστη παρουσία του π. Φιλάρετου. Και την φιλόστοργη σκέπη του Γέροντα Ευδόκιμου.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ιδού μια άλλη Ελλάδα. Ιδού μια διαφορετική Άνδρος. Και ιδού ένας ξεχωριστός Δεκαπενταύγουστος μέσα στο μεγάλο ελληνικό καλοκαίρι. Κι όλα αυτά σε μια χθαμαλή εποχή, χαμηλών προσδοκιών, αυτοδοξαστικών αναφορών, πενιχρών συμβάσεων, αποδοχής της μετριοκρατίας, παραδοχής του ελάχιστου και παροχημένης παρελθοντολογίας. Να, λοιπόν, που υπάρχει – σε αυτή την δύσκολη εποχή – δίπλα μας και μια άλλη χώρα. Και αυτήν την άλλη χώρα εργαζόνται και δημιουργούν πολλοί. Και μαζί με αυτούς κι εμείς…