Κρίστοφερ Νόλαν: Οδύσσεια

Γράφει ο Μιχάλης Τσιντσίνης
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ – ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Ο Όμηρος είχε βάλει disclaimer. Βάζει τον Αλκίνοο να λέει στον Οδυσσέα, που έχει συγκινηθεί μέχρι δακρύων με το τραγούδι του Δημόδοκου, ότι «τον όλεθρο τόσων ανθρώπων έκλωσαν οι θεοί, για να γίνει στους μελλούμενους τραγούδι» (κατά τη μετάφραση του Δημήτρη Μαρωνίτη).
Η ανθρώπινη ιστορία συντελείται για να την αφηγηθούμε. Όχι μόνο ιστορώντας τη με ακρίβεια, αλλά και τραγουδώντας τη με φαντασία. Ο Όμηρος το λέει, άραγε, μόνο για τις επόμενες γενιές, που θα έχουν ιστορικό υλικό να πλάσουν και να αναπλάσουν ποιητικά; Ή, μήπως, αυτό που λέει ισχύει και για τον ίδιο;
Αν υπήρξε ο Όμηρος, διέπρεψε ως απαράμιλλος διασκευαστής μιας μεγάλης αφηγηματικής παράδοσης, που διαδιδόταν και εμπλουτιζόταν κυρίως προφορικά – τραγουδιστά. Εκείνος ανασυνέθεσε τα τραγούδια, όπως έμελλε να ανασυνθέσουν ξανά και ξανά τους δικούς του στίχους οι «εσσόμενοι» διασκευαστές. Φαίνεται έτσι πόσο φρούδα είναι η αναζήτηση «ιστορικής πιστότητας» μιας ταινίας που εμπνέεται από ένα αρχαίο έπος, το οποίο είναι και το ίδιο προϊόν δημιουργικού ερανισμού θρύλων.
Και όμως. Ο Κρίστοφερ Νόλαν διήγειρε παντού στον δυτικό κόσμο τα ίδια αντανακλαστικά για την αναψηλάφηση της «αυθεντικής» ομηρικής γραφής. Οι αντιδράσεις δεν προήλθαν μόνο από τους αιματοφύλακες της λευκής ελληνικότητας. Ούτε μόνο από τον Έλον Μασκ, που θέλει να αναθέσει στην τεχνητή νοημοσύνη τη χάλκευση μιας «ιστορικά ακριβούς» Οδύσσειας, δίχως woke νοθείες.
Την εκδοχή του Νόλαν υπέβαλαν σε έλεγχο γνησιότητας και οι κεφαλές της διανόησης από τα «προοδευτικά» πανεπιστήμια και τα συγγενή τους media. Χαίρεται –ή βαριέται, ανάλογα με τα φιλολογικά γούστα– να διαβάζει κανείς τις τελευταίες δύο εβδομάδες κριτικές που φυλλομετρούν καταλεπτώς τον Όμηρο για να υποδείξουν παραλείψεις και αυθαιρεσίες του Νόλαν. Γιατί λείπουν οι θεοί; Γιατί λείπουν οι Φαίακες και οι τσαχπινιές της Ναυσικάς; Πώς επιπεδώθηκε έτσι η Νέκυια; Πώς επέτρεψε ο σκηνοθέτης στον εαυτό του τόσα ιδεολογικά πανωσηκώματα πάνω στον αρχαϊκό ήρωα;
Η ελληνική πολιτεία οφείλει την ύψιστη τιμή στον πλαστογράφο του έπους.

Η υπεράσπιση του αρχαίου κειμένου, παρότι αχρείαστη, είναι συγκινητική. Σε μια στιγμή που όλοι θρηνούν την έκλειψη των ανθρωπιστικών επιστημών, η δυτική διανόηση, με αφορμή ένα ποπ δημιούργημα, αφυπνίζεται και βουτάει ξανά στις πηγές της. Αντιδράει σαν να της έχουν πειράξει κάτι ιερό, ένα κοινό κληροδότημα που οφείλει κανείς να είναι προσεκτικός όταν το χρησιμοποιεί. Οφείλει τουλάχιστον η παραχάραξή του να είναι αντάξια του πρωτοτύπου.
Μόνο και για αυτό το κέντρισμα, η ελληνική πολιτεία θα όφειλε να παρασημοφορήσει τον Νόλαν. Οι πωλήσεις των μεταφράσεων της Οδύσσειας έχουν σχεδόν διπλασιαστεί σε Ευρώπη και Αμερική. Χιλιάδες γκουγκλάρουν πώς θα μάθουν ελληνικά. Στο Spotify ψάχνουν αναγνώσεις του έπους. Η ταινία δεν στέλνει μόνο τουρίστες στη Μεθώνη. Ενεργοποιεί ένα κοιμώμενο πολιτισμικό κεφάλαιο όχι παρά, αλλά και χάρη στις «πλαστογραφίες» της.
Η πατρίς σ’ ευγνωμονεί, Λουπίτα.