ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΔΡΙΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ: θέσεις για το χωροταξικό των ΑΠΕ στην Άνδρο

ΘΕΣΕΙΣ ΣΤΟ ΥΠΟ ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ ΕΙΔΙΚΟ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΣΑΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΩΝ ΕΠΙΠΤΩΣΕΩΝ
« …. εις την στροφήν ενός μονοπατιού δύναται συχνά να μαγευθή από εν πέταγμα αφνίδιον σμήνους πολλών περιστερών…. » — Ανδρέας Εμπειρίκος, Ο Μέγας Ανατολικός
Α. ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ
1. Εισαγωγή
Η Εταιρεία Ανδρίων Επιστημόνων (ΕΤΑΝΕΠ), παρακολουθώντας διαχρονικά τα ζητήματα βιώσιμης ανάπτυξης, προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και διαχείρισης του δημόσιου χώρου στην Άνδρο, θεωρεί ότι η συζήτηση για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο ΑΠΕ αναδεικνύει την ανάγκη ειδικής αντιμετώπισης του νησιού.
Η ΕΤΑΝΕΠ αναγνωρίζει την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης και την σημασία των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας. Η μετάβαση αυτή, όμως, οφείλει να σχεδιάζεται και να υλοποιείται κατά τρόπο, που να σέβεται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε περιοχής, να προστατεύει τους φυσικούς και πολιτιστικούς πόρους και να διασφαλίζει τις αρχές της βιώσιμης ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής.
Η περίπτωση της Άνδρου παρουσιάζει ιδιαίτερα φυσικά, πολιτιστικά, ιστορικά και αναπτυξιακά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν αποτυπώνονται επαρκώς στο προτεινόμενο χωροταξικό πλαίσιο και δικαιολογούν την εξαίρεσή της από τη δυνατότητα περαιτέρω ανάπτυξης μεγάλων αιολικών εγκαταστάσεων.
2. Η Άνδρος δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικά με βάση την έκτασή της
Το νέο χωροταξικό πλαίσιο διατηρεί ως βασικό κριτήριο διαφοροποίησης των νησιών το όριο των 300 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Η προσέγγιση αυτή είναι ανεπαρκής για την Άνδρο.
Η πραγματική φέρουσα ικανότητα ενός νησιού δεν καθορίζεται μόνο από το μέγεθός του, αλλά από το σύνολο των φυσικών, πολιτιστικών, κοινωνικών και αναπτυξιακών χαρακτηριστικών του. Η Άνδρος δεν είναι απλώς ένα μεγάλο νησί των Κυκλάδων, είναι ένα σύνθετο και ιδιαίτερα ευαίσθητο νησιωτικό τοπίο, με χαρακτηριστικά, που δεν μπορούν να αποτιμηθούν μέσα από ένα απλό ποσοτικό κριτήριο έκτασης.
Η ιδιαίτερα μεγάλη πυκνότητα και η γεωγραφική διασπορά προστατευόμενων φυσικών περιοχών, μνημείων, παραδοσιακών οικισμών, ιστορικών διαδρομών, πηγών, ρεμάτων και αγροτικών τοπίων περιορίζει ουσιαστικά τον διαθέσιμο χώρο και δημιουργεί ένα σύνθετο πλέγμα αλληλεξαρτήσεων που δεν μπορεί να αποτυπωθεί μέσα από το κριτήριο των 300 τ.χλμ. Η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.) υιοθετεί ως βασικό κριτήριο διάκρισης των νησιών το εμβαδόν των 300 τ.χλμ. χωρίς να περιλαμβάνει επιστημονική ή χωροταξική τεκμηρίωση της επιλογής του συγκεκριμένου κριτηρίου. Όμως, η έκταση ενός νησιού δεν αρκεί για να αποτυπώσει την πραγματική του ευαισθησία κα τις αντοχές του απέναντι σε μεγάλες χωρικές παρεμβάσεις. Το φυσικό και πολιτιστικό τοπίο, οι υδάτινοι πόροι, η βιοποικιλότητα και οι πιέσεις από υφιστάμενα ή σχεδιαζόμενα έργα αποτελούν πολύ πιο καθοριστικούς παράγοντες για την αξιολόγησή του.
3. Η Άνδρος ως σύνθετο φυσικό και πολιτιστικό τοπίο
Η Άνδρος αποτελεί ένα σύνθετο φυσικό και πολιτιστικό τοπίο, που διαμορφώθηκε μέσα από την διαχρονική αλληλεπίδραση ανθρώπου και φύσης και διατηρεί μέχρι σήμερα εξαιρετικά υψηλό βαθμό αυθεντικότητας.
Το ιδιαίτερο αυτό τοπίο συγκροτείται από φυσικά οικοσυστήματα, ορεινούς όγκους, πηγές και υδατορέματα, αναβαθμίδες και ξερολιθικές κατασκευές, παραδοσιακούς οικισμούς, ιστορικές μονές, εκκλησιαστικά και αρχαιολογικά μνημεία, καθώς και από το ιστορικό κοινόχρηστο πεζοπορικό δίκτυο, που διασχίζει το νησί και συνδέει τα επιμέρους στοιχεία του σε ένα ενιαίο λειτουργικό σύνολο.
Η αξία της Άνδρου δεν εντοπίζεται μόνο σε μεμονωμένα μνημεία ή προστατευόμενες περιοχές, αλλά πρωτίστως στην διατήρηση αυτής της ενότητας φυσικού και πολιτιστικού τοπίου. Η συνοχή αυτή αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της ταυτότητας του νησιού, της ποιότητας ζωής των κατοίκων του και της αναπτυξιακής του προοπτικής.
4. Τοπίο και φέρουσα ικανότητα: κρίσιμη αντίφαση του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ για την Άνδρο
Η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που συνοδεύει το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ αναγνωρίζει ότι απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στην επίδραση των σύγχρονων ανεμογεννητριών σε «ευαίσθητα τοπία μικρής κλίμακας (π.χ. νησιά)» καθώς και στη φέρουσα ικανότητά τους (ΣΜΠΕ, σελ. 1-6). Παράλληλα, θέτει ως βασικό στόχο του νέου σχεδιασμού τον καθορισμό κριτηρίων ένταξης των ΑΠΕ στο τοπίο (ΣΜΠΕ, σελ. 1-7), ενώ γίνεται ρητή αναφορά στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου, που κυρώθηκε με τον ν. 3827/2010.
Ωστόσο, στο κανονιστικό κείμενο του ΕΧΠ η έννοια της φέρουσας ικανότητας αποτυπώνεται κυρίως μέσω του άρθρου 8, το οποίο την συνδέει με το μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης εδάφους ανά Δημοτική Ενότητα. Αντίστοιχα, το άρθρο 5 προβλέπει συγκεκριμένες περιοχές αποκλεισμού και ζώνες ασυμβατότητας, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει το ευρύτερο πολιτιστικό, αγροτικό και νησιωτικό τοπίο ως αυτοτελή παράγοντα προστασίας.
Επιπλέον, το ίδιο το άρθρο 5 προβλέπει ότι «τυχόν παρέκκλιση από τις περιοχές αποκλεισμού, εφ’ όσον έχει προβλεφθεί ειδικότερη επιφύλαξη, πρέπει να τεκμηριώνεται επαρκώς στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής εκτίμησης». Η πρόβλεψη αυτή καταδεικνύει ότι ακόμη και στις ορισμένες κατηγορίες περιοχών αποκλεισμού το καθεστώς προστασίας δεν είναι απόλυτο, αλλά υπό προϋποθέσεις μπορεί να επιδέχεται εξαιρέσεις.
Έτσι, ενώ με μια πρώτη ανάγνωση φαίνεται ότι το νέο ΕΧΠ ενσωματώνει τις αρχές της προστασίας του τοπίου και της φέρουσας ικανότητας, εντούτοις οι αρχές αυτές δεν αποτελούν πάντοτε επαρκείς και αποτελεσματικούς μηχανισμούς προστασίας για νησιά όπως η Άνδρος. Η φέρουσα ικανότητα ενός νησιού δεν μπορεί να αποτιμάται αποκλειστικά με όρους κάλυψης εδάφους, ούτε η προστασία του τοπίου να εξαντλείται σε έναν περιορισμένο κατάλογο θεσμοθετημένων περιοχών αποκλεισμού.
Για την Άνδρο το τοπίο δεν αποτελεί απλώς αισθητικό χαρακτηριστικό. Αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της πολιτιστικής της κληρονομιάς, της κοινωνικής της συνοχής και του αναπτυξιακού της προτύπου. Η προστασία του πρέπει να αφορά το ενιαίο φυσικό και πολιτιστικό τοπίο του νησιού.
5. Η Άνδρος συγκεντρώνει εξαιρετικά υψηλή πυκνότητα προστατευόμενων φυσικών περιοχών
Η Άνδρος διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα πλέγματα προστατευόμενων περιοχών στο Αιγαίο.
Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί τρεις (3) περιοχές του Δικτύου Natura 2000 : 1) ο Όρμος Βιταλίου και ο Κεντρικός Ορεινός Όγκος της Άνδρου, 2) η Θαλάσσια Ζώνη Άνδρου και 3) η περιοχή «Άνδρος:
Κεντρικό και Νότιο Τμήμα, γύρω νησίδες και παράκτια θαλάσσια ζώνη», η οποία αποτελεί Ζώνη Ειδικής Προστασίας (Ζ.Ε.Π.) κατ’ εφαρμογήν της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ για την διατήρηση των άγριων ειδών πτηνών και φιλοξενεί σημαντικά προστατευόμενα είδη ορνιθοπανίδας, μεταξύ των οποίων ο Μαυροπετρίτης (Falco eleonorae), ο Πετρίτης (Falco peregrinus), ο Σπιζαετός (Aquila fasciata) και άλλα μεταναστευτικά και αναπαραγόμενα είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος.
Παράλληλα, έχουν αναγνωρισθεί η Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά «Νήσος Άνδρος και Νησίδες», καθώς και έξι (6) Καταφύγια Άγριας Ζωής: (ΚΑΖ) Όρος Χάρακα, Στενιές – Μονή Αγίου Νικολάου, Συνετί, Κόλυμπος – Ζαγανιάρι, Στενό Κορθίου και Μεγάλα Βράχια.
Οι προστατευόμενες αυτές περιοχές καλύπτουν τις σημαντικότερες οικολογικά ενότητες του νησιού, όπως ο Όρμος Βιταλίου και ο κεντρικός ορεινός όγκος, οι κοιλάδες Εβρουσών–Αποικίων–Στενιών, Βουρκωτής–Άχλας, Αμμόλοχου–Βαριδίου–Ζόρκου, Μονής – Όρμου Μονής και Διποταμάτων, καθώς και σημαντικά παράκτια και θαλάσσια οικοσυστήματα. Οι περιοχές αυτές δεν λειτουργούν απομονωμένα. Αντίθετα, αλληλεπικαλύπτονται πλήρως και συνδέονται μεταξύ τους, σχηματίζοντας ένα ενιαίο δίκτυο προστασίας της βιοποικιλότητας και των οικοσυστημάτων του νησιού. Ειδικότερα ο Όρμος Βιταλίου αλληλεπικαλύπτεται με το Κεντρικό και Νότιο τμήμα, γύρω νησίδες και παράκτια θαλάσσια ζώνη, που σημαίνει ότι σχεδόν όλη η κεντρική Άνδρος, σε έκταση 74.951.465,72 μ2 προστατεύεται από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Natura 2000 για την ιδιαίτερη χλωρίδα, πανίδα, ορνιθοπανίδα και τα οικοσυστήματα που περιλαμβάνει. Στις περιοχές αυτές Natura αλληλεπικαλύπτονται επίσης η Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά – Νήσος Άνδρος και Νησίδες και το Καταφύγιο Άγριας Ζωής – Μεγάλα Βράχια. Επίσης, μεγάλο μέρος της Θαλάσσιας Ζώνης Άνδρου αλληλεπικαλύπτεται με το Κεντρικό και Νότιο τμήμα, γύρω νησίδες και παράκτια θαλάσσια ζώνη, το Καταφύγιο Άγριας Ζωής – Στενό-Κορθίου (Άνδρου) και με τη Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά – Νήσος Άνδρος και Νησίδες.
Συνολικά, περισσότερα από 200.000 στρέμματα από τα περίπου 380.000 στρέμματα της χερσαίας έκτασης της Άνδρου αποτελούν προστατευόμενη περιοχή, ενώ συμπεριλαμβανομένου και του θαλάσσιου τμήματος η συνολική προστατευόμενη έκταση προσεγγίζει τα 500.000 στρέμματα.
Η πραγματικότητα αυτή αποδεικνύει ότι η Άνδρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή γεωγραφική ενότητα 380.000 στρεμμάτων, αλλά ως νησί με εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση και πυκνότητα προστατευόμενων φυσικών αξιών.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το ίδιο το άρθρο 5 του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου (ΕΧΠ) αναγνωρίζει ότι σημαντικές οικολογικές αξίες μπορεί να υφίστανται και εκτός των ορίων του Δικτύου Natura 2000, προβλέποντας ειδική οικολογική αξιολόγηση (ΕΟΑ) για αιολικά έργα που χωροθετούνται σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά (ΣΠΠ). Η πρόβλεψη αυτή επιβεβαιώνει ότι η περιβαλλοντική αξία μιας περιοχής δεν εξαντλείται στα θεσμοθετημένα όρια προστασίας. Για την Άνδρο, όπου σημαντικές περιοχές ορνιθοπανίδας εκτείνονται πέραν των ορίων Natura 2000, η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
6. Η Άνδρος συγκεντρώνει επίσης εξαιρετικά πυκνό δίκτυο πολιτιστικών και ιστορικών μνημείων
Επιπλέον του φυσικού της κεφαλαίου, η Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα πλούσιο και εκτεταμένο πολιτιστικό απόθεμα, το οποίο εκτείνεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού.
-Στο νησί έχουν θεσμοθετηθεί σημαντικοί αρχαιολογικοί χώροι και ζώνες προστασίας εξαιρετικής σημασίας, οι οποίοι τεκμηριώνουν τη διαχρονική ανθρώπινη παρουσία και δραστηριότητα στην Άνδρο από τη Νεολιθική περίοδο έως τους Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν:
- Το Ακρωτήριο Στρόφιλα [ΦΕΚ 434/Β/1994], όπου σώζονται λείψανα μίας από τις σημαντικότερες προϊστορικές εγκαταστάσεις του Αιγαίου, με εκτεταμένο οικισμό της τελικής Νεολιθικής περιόδου και μοναδικά βραχογραφήματα.
- Ο αρχαιολογικός χώρος της Ζαγοράς [ ΦΕΚ 305/Β/1983, ΦΕΚ 32/Β/1998
- , ΦΕΚ 32/Β/1998 ], ένας από τους πληρέστερα διατηρημένους γεωμετρικούς οικισμούς του Αιγαίου, με θεσμοθετημένες ζώνες προστασίας και αναοριοθετημένο αρχαιολογικό χώρο.
- Η αρχαία Παλαιόπολη [ ΦΕΚ 399/Β’/1972, ΦΕΚ 619/Β’/1997, ΦΕΚ 74/Β’/1998, ΦΕΚ 344/Α.Α.Π./2014, ΦΕΚ 179/Δ/2020 ], σημαντικότερο αστικό κέντρο της αρχαίας Άνδρου, με εκτεταμένο χερσαίο και ενάλιο αρχαιολογικό χώρο, νεκροταφεία, παλαιοχριστιανικές βασιλικές, καταβυθισμένο αρχαίο λιμένα και ζώνες Α’ απολύτου προστασίας και Β’ αυξημένης προστασίας.
- Ο αρχαιολογικός χώρος της Υψηλής [ ΦΕΚ 290/Β’/1983, ΦΕΚ 779/Δ’/1991, ΦΕΚ 75/Δ’/2004, ΦΕΚ26/ΑΑΠ/2014 ], σημαντική οχυρωμένη πόλη της γεωμετρικής περιόδου, με αναδειγμένα οικιστικά κατάλοιπα, οχυρωματικό τείχος και ιερό.
- Ο λόφος Βρυοκάστρου στην θέση Κατάκοιλος [ ΦΕΚ 619/Β’/1997, ΦΕΚ 1256/Β/2000 ], όπου διατηρούνται σημαντικά κατάλοιπα προϊστορικής κατοίκησης της τελικής Νεολιθικής και Χαλκολιθικής περιόδου καθώς και λείψανα κτηρίων ιστορικών χρόνων. Αναφέρεται επιγραφή χαραγμένη σε βράχο με την ένδειξη «ΔΙΟΣ ΤΗΣ ΗΛΙΟΥ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ», στοιχείο που τεκμηριώνει τη σημασία του χώρου κατά την αρχαιότητα.
- O οικισμός του Μικρογιαλίου [ΦΕΚ 594/Β/1997]στην βορειανατολική ακτή της Άνδρου, όπου εντοπίστηκαν ίχνη ερειπίων οικισμού και πληθώρα ποικίλων κινητών ευρημάτων. Οι αντιστοιχίες με την κεραμική της Κεφάλας, αλλά και του Στρόφιλα και του Βρυοκάστρου τοποθετούν τον οικισμό του Μικρογιαλίου στην Τελική Νεολιθική περίοδο και τον συνδέουν με τον «Πολιτισμό Κεφάλας-Αττικής» (4500 – 3200 π.Χ.).
- Σημαντικός αριθμός επιπλέον αρχαιολογικών χώρων και θέσεων προστατεύεται σε ολόκληρη την έκταση του νησιού, μεταξύ των οποίων το Ακρωτήριο Στρογγυλό[ ΦΕΚ 32/Β/1998] με το αρχαίο λατομικό πεδίο πράσινου λίθου, ο αρχαιολογικός χώρος του Ελληνιστικού Πύργου Αγίου Πέτρου[ΦΕΚ 1027/Β/1991, ΦΕΚ 990/Β/1995, ΦΕΚ 926/Β/1997] και οι γειτονικές θέσεις Χάλαρα, Μεταλλεία, Λεκάνη και Σχίσματα, η περιοχή Φελλού [ΦΕΚ 1022/Β/1995] με το αρχαίο λατομείο στη θέση «Πελεκητή» και τον οχυρωμένο οικισμό ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων, στη θέση «Σταυρός» οι θέσεις Τροχαλιά Α΄ και Τροχαλιά Β΄ περιοχής Φελλού [ ΦΕΚ 434/Β/1994 ] με τα αρχαία λατομεία λίθου, οι ελληνιστικοί πύργοι κυκλικός Τούσκα Γαυρίου [ ΦΕΚ 434/Β/1994 ] και τετράγωνος Τοκέλι [ΦΕΚ 434/Β/1994], η περιοχή «Πλάκα» Καππαριάς [ΦΕΚ 594/Β/1997 ] με εκτεταμένο οικισμό της Εποχής του Χαλκού, η περιοχή Σταυροπέδας Αγίου Γεωργίου – Παντουκίων(ΦΕΚ 43/Β/1998), καθώς και το Επάνω Κάστρο (Κάστρο Φανερωμένης ή Κάστρο της Γριάς) στην περιοχή Κοχύλου(ΦΕΚ 51/Α.Α.Π./2017) με τα βυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία τους.
Επιπλέον στην δυτική πλευρά της βόρειας Άνδρου, σε μία ψηλή και απόκρημνη βραχώδη χερσόνησο, είναι κτισμένο από τούς Ενετούς το κάστρο της Οστοδωσιάς ή Μακροτάνταλου, [ΦΕΚ 65 Β’ 1992], το οποίο, λόγω της στρατηγικής του θέσης, επόπτευε τον πορθμό του Καφηρέα, όπου σώζονται ο ερειπωμένος περίβολος και δύο πύργοι. Μορφολογικά και κατασκευαστικά το κάστρο του Μακροτάνταλου είναι πανομοιότυπο με το Φρούριο του Κάτω Κάστρου στην Χώρα.
Οι ανωτέρω αρχαιολογικοί χώροι καταδεικνύουν ότι η Άνδρος διακρίνεται για τον πλούτο και τη διαχρονικότητα της πολιτιστικής της κληρονομιάς. Στο νησί συνυπάρχουν αρχαιολογικοί χώροι διεθνούς και εθνικής εμβέλειας, καθώς και δεκάδες προστατευόμενες αρχαιολογικές θέσεις ιδιαίτερης σημασίας για την ιστορία των Κυκλάδων και του Αιγαίου. Η αρχαιολογική κληρονομιά της Άνδρου καλύπτει σχεδόν το συνολο των ιστορικών περιόδων, από τη Νεολιθική και την Εποχή του Χαλκού έως τους Ελληνιστικούς, Βυζαντινούς και Μεταβυζαντινούς χρόνους, συγκροτώντας μία διαχρονική πολιτιστική ενότητα μοναδική στον χώρο των Κυκλάδων.
-Παράλληλα, έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία [ΦΕΚ 65 Β’ 1992] συνολικά οκτακόσια τριάντα έξι (836) μνημεία, τα οποία περιλαμβάνουν ναούς, μονές, κτίσματα και λοιπά στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς του νησιού.
Ειδικότερα, προστατεύονται:
- Επτακόσιοι εβδομήντα οκτώ (778) ναοί και κτίσματα, με ζώνη προστασίας που κυμαίνεται από πενήντα έως εκατόν πενήντα (50–150) μέτρα.
- Δεκαεννέα (19) κρήνες, με ζώνη προστασίας από τριάντα έως εκατόν πενήντα (30–150) μέτρα.
- Πέντε (5) πύργοι, με ζώνη προστασίας εκατό (100) μέτρων.
- Οκτώ (8) γέφυρες, με ζώνη προστασίας πενήντα έως εκατό (50 – 100) μέτρων.
- Είκοσι (20) ταφικά μνημεία, με ζώνη προστασίας από πενήντα έως διακόσια (50–200) μέτρα.
Επιπλέον, οι ιερές μονές Αγίας Ειρήνης, Ζωοδόχου Πηγής-Αγίας, Παναχράντου και Αγίου Νικολάου περιβάλλονται από ζώνη προστασίας διακοσίων (200) μέτρων, ενώ το Κάστρο Φανερωμένης και το Βενετικό Κάστρο προστατεύονται με ζώνη τουλάχιστον τριακοσίων (300) μέτρων
Περαιτέρω, έχουν χαρακτηρισθεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία και σημαντικοί ναοί και μονές του νησιού [ΦΕΚ 415/Β’/1962], μεταξύ των οποίων ο Ναός Αγίου Γεωργίου, ο Ιερός Ναός Μεγάλου Ταξιάρχου, ο Ιερός Ναός της Παλατιανής, ο Ιερός Ναός Αγίας Βαρβάρας, οι ναοί της Γεννήσεως της Θεοτόκου, η Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου και η Ιερά Μονή Αγίου Αντωνίου.
Η πολιτιστική φυσιογνωμία της Άνδρου συμπληρώνεται από πλήθος στοιχείων της παραδοσιακής αγροτικής κληρονομιάς, όπως οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το παλαιό δημοτικό οδικό δίκτυο (μονοπάτια), τα οποία έχουν διαμορφώσει διαχρονικά το ιδιαίτερο τοπίο του νησιού.
Τα στοιχεία αυτά δεν αποτελούν διάσπαρτα και ασύνδετα σημεία ενδιαφέροντος. Οι αρχαιολογικοί χώροι, τα ιστορικά διατηρητέα μνημεία, οι 34 παραδοσιακοί οικισμοί, οι ιστορικές μονές, οι αναβαθμίδες, οι ξερολιθικές κατασκευές, οι πηγές, τα γεφύρια και το εκτεταμένο δίκτυο μονοπατιών συγκροτούν ένα ενιαίο πολιτιστικό τοπίο το οποίο έχει διαμορφώσει διαχρονικά τη φυσιογνωμία της Άνδρου.
Η ιδιαίτερα μεγάλη πυκνότητα και η γεωγραφική διασπορά των παραπάνω στοιχείων, σε συνδυασμό με τις θεσμοθετημένες ζώνες προστασίας που τα περιβάλλουν, περιορίζουν ουσιαστικά τον διαθέσιμο χώρο και δημιουργούν ένα σύνθετο πλέγμα πολιτιστικών, ιστορικών και χωρικών αλληλεξαρτήσεων, το οποίο δεν μπορεί να αποτυπωθεί επαρκώς μέσω ενός απλού ποσοτικού κριτηρίου έκτασης.
Η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει ότι η αξιολόγηση των επιπτώσεων του σχεδίου στο περιβάλλον οφείλει να περιλαμβάνει την πολιτιστική κληρονομιά, συμπεριλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής και αρχαιολογικής κληρονομιάς, το τοπίο και τις σχέσεις μεταξύ των παραγόντων αυτών (ΣΜΠΕ ΕΧΠΑΠΕ, Κεφ. 1.1, σελ. 1-3). Παράλληλα, η ίδια η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει την ανάγκη επανεξέτασης των κανόνων ένταξης στο τοπίο και των επιδράσεων των εγκαταστάσεων σε ευαίσθητα τοπία μικρής κλίμακας και ειδικές περιοχές όπως τα νησιά (ΣΜΠΕ ΕΧΠ-ΑΠΕ, Κεφ. 1.2, σελ. 1-6 έως 1-7). Ωστόσο, στο κανονιστικό κείμενο του ΕΧΠ η προστασία οργανώνεται κυρίως γύρω από θεσμοθετημένες κατηγορίες μνημείων και αρχαιολογικών ζωνών, χωρίς αντίστοιχη μέριμνα για το ευρύτερο πολιτιστικό τοπίο της Άνδρου.
7. Περιοχές προστασίας της φύσης -τοπίου και κορυφογραμμών – παραδοσιακοί οικισμοί
Με το Π.Δ. για την Ζ.Ο.Ε. Άνδρου [ π.δ. 19.10.2011 ΦΕΚ ΑΑΠ 291/2011] έχουν καθοριστεί δώδεκα (12) συγκεκριμένες περιοχές προστασίας της φύσης (όπως ο Ζόργκος, τα Άχλα, τα Πίσω Γυαλιά, το Βαρίδι, τα Γαυριονήσια κ.α.) [άρθρο 1 π.δ. 19.10.2011 ΦΕΚ ΑΑΠ 291/2011 ], στις οποίες απαγορεύεται ρητά κάθε δόμηση και εγκατάσταση. Στις περιοχές αυτές δεν επιτρέπεται καμμία αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος, όπως εκσκαφές ή εκχερσώσεις, γεγονός που αποκλείει την χωροθέτηση έργων Α.Π.Ε. [άρθρο 3].
Η Άνδρος διαθέτει επίσης κανόνες για την διατήρηση του αναγλύφου της (Τοπίου και Κορυφογραμμών):
Κορυφογραμμές: Απαγορεύεται η τοποθέτηση κτισμάτων ή εγκαταστάσεων που παραμορφώνουν ή εξέχουν από την κορυφογραμμή (υδροκρίτες ) και τα διάσεμα , όπως αυτά φαίνονται από κύριους δρόμους, οικισμούς ή από την θάλασσα [αρθρο 4 παρ. 8 &9 π.δ. 19.10.2011 ΦΕΚ ΑΑΠ 291/2011 ].
Κλίσεις εδάφους: Απαγορεύεται γενικά η δόμηση σε τμήματα γηπέδων με κλίση μεγαλύτερη του 40 %, περιορίζοντας τις διαθέσιμες θέσεις για μεγάλα ενεργειακά έργα [αρθρο 13 π.δ. 19.10.2011 ΦΕΚ ΑΑΠ 291/2011 ].
Παραδοσιακοί οικισμοί
Επιπλέον, στην Άνδρο έχουν χαρακτηρισθεί ως παραδοσιακοί τριάντα τέσσερις (34) οικισμοί επί συνόλου ογδόντα επτά (87) οικισμών του νησιού [ΦΕΚ 504 Δ’ /1988 ]. Ο χαρακτηρισμός τους ως παραδοσιακών αποσκοπεί στη διατήρηση του ιδιαίτερου χαρακτήρα και της ιστορικής φυσιογνωμίας τους, στοιχεία που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του πολιτιστικού τοπίου της Άνδρου.
8. Το ιστορικό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο της Άνδρου αποτελεί στοιχείο ιδιαίτερης προστασίας
Η Άνδρος διαθέτει ένα μοναδικό ιστορικό δίκτυο διαδρομών που διασχίζει ολόκληρο το νησί και συνδέει οικισμούς, μνημεία, αγροτικά τοπία, πηγές και περιοχές φυσικού ενδιαφέροντος. Σημειωτέον οτι προκειται για ειδική κατηγορία παλαιων παραδοσιακων οδων, οι οποίες έχουν καταστεί κοινοχρηστες με την αμνημονεύτου χρο νου αρχαιοτητα (vetustas). Το εν λογω παλαιο παραδοσιακό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο του νησιού δεν αποτελεί απλώς πεζοπορική υποδομή ή τουριστικό προϊόν. Αποτελεί μέρος του οικοσυστήματος των περιοχών του δικτύου Natura 2000 και στοιχείο της ιστορικής, κοινωνικής και χωρικής συγκρότησης του νησιού. Τμήμα αυτού (34 παλαιές διαδρομές, συνολικού μήκους 240 km ) έχει σηματοδοτηθεί και χαρτογραφηθεί από το Ερευνητικό Κέντρο Άνδρου στα πλαίσια του εγχειρήματος Andros Routes. Ενδεικτικά η προστασία ολόκληρου του υφιστάμενου παλαιού οδικού δικτύου
(σηματοδοτημένου και μη) προβλεπεται, μεταξύ άλλων απο το π.δ. περί Καθορισμού Ζωνης Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) [ ΦΕΚ 291 τ. ΑΑΠΘ/ 4-11-2011] που ισχύει στην εκτος εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών περιοχή της ν. Άνδρου και των νησίδων Γαυριονήσια (Ν. Κυκλάδων), με το οποίο, μεταξύ άλλων, προστατεύονται οι παραδοσιακές οδοί διασύνδεσης των περιοχών του νησιού, και ειδικότερα στο άρθρο 4 παρ. 19 ορίζεται ότι: «Δεν επιτρέπεται η εκτέλεση έργων μετατροπής των παραδοσιακών οδών διασύνδεσης των περιοχών των νησιών (καλντερίμια) σε οδούς εξυπηρέτησης τροχοφόρων. Οδοί που ακολουθουν υπαρχουσες χαραξεις παραδοσιακης αγροτικης διατηρουν την γεωμετρικη ιδιοτυπία – μορφολογικη εμφανιση με υποχρεωτικη αποκατασταση ξερολιθιων που τις περιβαλλουν στις αναγκαίες διαπλατυνσεις η νεες διανοίξεις». Η ανωτέρω ρύθμιση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς εφαρμόζεται στο μεγαλύτερο μέρος της εδαφικής επικράτειας της Άνδρου και καταδεικνύει ότι η ίδια η Διοίκηση έχει ήδη αναγνωρίσει, με το ισχύον Π.Δ. της Ζ.Ο.Ε. Άνδρου, το παραδοσιακό κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο ως στοιχείο χρήζον ειδικής προστασίας, απαγορεύοντας μάλιστα τη μετατροπή του σε οδικό δίκτυο εξυπηρέτησης τροχοφορων. Περαιτέρω, με την υπ’ αριθμ. ΥΠΠΟ/Δ/ΛΑΠ/Γ/1458/54588 υπουργική αποφαση έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητεα μνημεια, χρηζοντα ειδικης κρατικης προστασιας, τα εξής λιθοκτιστα πεζοδρομια και τα μονοπάτια του νησιού, ήτοι: α. Χωρα – Υψηλού – Μεσαθούρι – Λάμυρα – Μένητες – Μεσαριά – Μονή Παναχράντου β. Εξω Βουνί- Μέσα Βουνί- Παλαιοκαστρο – Γιαννισαίο – Λαρδιά – Ρωγο – Ορμος Κορθίου και γ. Συνετίον – Κοχύλου – Ορμος Κορθίου με την αιτιολογία οτι « Τα λιθοκτιστα αυτά πεζοδρομια αποτελούν σημαντικά δείγματα των παραδοσιακων αυτων ειδικων κατασκευων, αποτελούν μέσο επικοινωνίας μεταξύ των οικισμων και είναι συνυφασμένα με την ζωή και ανάπτυξη της περιοχής».
Συνεπώς, η διατήρησή τους δεν αφορά μόνο την πολιτιστική κληρονομιά αλλά και τη διαφύλαξη του ίδιου του ιστορικού τοπίου της Άνδρου. Οποιαδήποτε αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας του νησιού οφείλει να λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη και την προστασία αυτού του δικτύου, καθώς και τις επιπτώσεις που προκαλούν τα συνοδά έργα μεγάλης κλίμακας στις περιοχές όπου αυτό αναπτύσσεται.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι, ενώ η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει τη σημασία του τοπίου, της πολιτιστικής κληρονομιάς, του τουρισμού, της φέρουσας ικανότητας και των ευαίσθητων νησιωτικών τοπίων, δεν περιλαμβάνει ειδική αναφορά στα ιστορικά δίκτυα διαδρομών και στο κοινόχρηστο οδικό δίκτυο. Στην περίπτωση της Άνδρου, η παράλειψη αυτή είναι ουσιώδης.
9. Η Άνδρος ως ιδιαίτερη υδρολογική ενότητα των Κυκλάδων
Σε αντίθεση με την εικόνα που συχνά επικρατεί για τα Κυκλαδονήσια, η Άνδρος διαθέτει σημαντικό υδατικό πλούτο. Το νησί χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό πηγών, μόνιμων και εποχικών υδατορροών, σημαντικά ρέματα, υγροτοπικά οικοσυστήματα και σύνθετες λεκάνες απορροής. Τα στοιχεία αυτά συνδέονται άμεσα με τη βιοποικιλότητα, τη γεωργική δραστηριότητα, τις παραδοσιακές χρήσεις γης και τη συνολική οικολογική λειτουργία του νησιού. Παρά ταύτα, ούτε το προτεινόμενο ΕΧΠ-ΑΠΕ ούτε η ΣΜΠΕ φαίνεται να αντιμετωπίζουν την υδρολογική ιδιαιτερότητα των νησιωτικών οικοσυστημάτων ως αυτοτελές χωροταξικό κριτήριο αξιολόγησης και διαφοροποίησης των περιοχών υποδοχής αιολικών εγκαταστάσεων. Η παράλειψη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Άνδρου, της οποίας η φυσιογνωμία διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από την παρουσία και τη λειτουργία των υδάτινων οικοσυστημάτων της.
Συνεπώς, η υδρολογική ιδιαιτερότητα της Άνδρου αποτελεί ακόμη ένα στοιχείο που διαφοροποιεί το νησί και απαιτεί ειδική μεταχείριση στον χωροταξικό σχεδιασμό.
10. Το τοπίο της Άνδρου αποτελεί αναπτυξιακό κεφάλαιο
Τα τελευταία χρόνια η Άνδρος έχει επενδύσει σε ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, που στηρίζεται στην ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος, στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στον πεζοπορικό και φυσιολατρικό τουρισμό, στον πολιτιστικό τουρισμό και στην ποιότητα του τοπίου.
Η οικονομική αξία που παράγεται από τα χαρακτηριστικά αυτά είναι πραγματική. Το τοπίο της Άνδρου δεν αποτελεί απλώς αισθητικό αγαθό. Αποτελεί αναπτυξιακό πόρο που δημιουργεί εισόδημα, θέσεις εργασίας και προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης για το νησί.
Η προστασία του, επομένως, δεν συνιστά εμπόδιο στην ανάπτυξη αλλά προϋπόθεση της μελλοντικής ανάπτυξης.
11. Ανεπαρκής αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων στην Άνδρο
Η υποχρέωση αξιολόγησης των σωρευτικών επιπτώσεων δεν αποτελεί ζήτημα πολιτικής επιλογής, αλλά βασική απαίτηση της διαδικασίας Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης (Σ.Π.Ε.), σύμφωνα με την Οδηγία 2001/42/ΕΚ «σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων», η οποία έχει ενσωματωθεί στο ελληνικό δίκαιο με την υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/28.8.2006 ΚΥΑ, όπως ισχύει, και οποία αποσκοπεί στην εκτίμηση των συνολικών περιβαλλοντικών συνεπειών από την εφαρμογή του σχεδίου και όχι μόνο των επιπτώσεων μεμονωμένων έργων.
Στην περίπτωση της Άνδρου, η αξιολόγηση δεν μπορεί να περιορίζεται στις επιπτώσεις ενός νέου αιολικού σταθμού ή μιας μεμονωμένης εγκατάστασης, αλλά προϋποθέτει τη συνεκτίμηση των ήδη λειτουργούντων αιολικών σταθμών, των αδειοδοτημένων έργων, των εκκρεμών αιτήσεων, καθώς και των συνοδών έργων και υποδομών που συνδέονται με την ανάπτυξη των Α.Π.Ε. Μόνο έτσι μπορεί να εκτιμηθεί αξιόπιστα η πραγματική φέρουσα ικανότητα του νησιού και να αποφευχθεί η περαιτέρω υποβάθμιση του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.
12. Η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να συνδυάζεται με χωρική δικαιοσύνη
Η ανάγκη προώθησης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας δεν μπορεί να οδηγεί σε άνιση κατανομή των περιβαλλοντικών βαρών. Η Άνδρος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως διαθέσιμος χώρος εγκατάστασης μεγάλων ενεργειακών έργων, χωρίς ουσιαστική συνεκτίμηση των φυσικών, πολιτιστικών και κοινωνικών της χαρακτηριστικών.
Η επιλογή της έκτασης των 300 τ.χλμ. ως βασικού κριτηρίου διαφοροποίησης μεταξύ των νησιών, αποδεικνύεται αυθαίρετη και δεν αρκεί για να αποτυπώσει τη σύνθετη περιβαλλοντική, πολιτιστική και χωρική πραγματικότητα της Άνδρου. Παρά το μέγεθός της, η Άνδρος συγκεντρώνει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως εκτεταμένες προστατευόμενες περιοχές, σημαντική πολιτιστική κληρονομιά, μοναδικό δίκτυο παραδοσιακών οδών, πλούσιο υδρολογικό σύστημα και υψηλή τοπιακή αξία, τα οποία επιβάλλουν ειδική αξιολόγηση καιι όχι γενική υπαγωγή σε μια κατηγορία που βασίζεται αποκλειστικά στην έκταση του νησιού.
Η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να βασίζεται σε αρχές ισονομίας, αναλογικότητας, χωρικής ισορροπίας και σεβασμού των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε περιοχής. Η προστασία των νησιωτικών τοπίων δεν μπορεί να είναι επιλεκτική.
13. Συμπέρασμα
Η μοναδική φυσική, πολιτιστική και ιστορική φυσιογνωμία της Άνδρου, καθώς και το ιδιαίτερο αναπτυξιακό της πρότυπο, δεν αποτυπώνονται επαρκώς στις ρυθμίσεις του προτεινόμενου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ.
Η πυκνότητα των προστατευόμενων φυσικών περιοχών, ο πλούτος της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς, το εκτεταμένο δίκτυο κοινόχρηστων δημοτικών οδών (μονοπατιών), η ιδιαίτερη σχέση του νησιού με το νερό και τις πηγές του, η σημασία του τοπίου για την τοπική οικονομία και την ποιότητα ζωής των κατοίκων, καθώς και οι πιέσεις που ήδη δέχεται από υφιστάμενες ενεργειακές εγκαταστάσεις, αποτελούν παράγοντες που απαιτούν ειδική συνεκτίμηση στον χωροταξικό σχεδιασμό.
Δεδομένου ότι η ίδια η ΣΜΠΕ του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ [κεφ. 6, σελ. 36, πίνακας 6.4-3, Ένταξη των ΑΠΕ στο Τοπίο των ΠΧΠ ] επισημαίνει την ανάγκη εφαρμογής ειδικών προδιαγραφών και περιβαλλοντικών περιορισμών χωροθέτησης και κλίμακας μονάδων για τη διαφύλαξη του νησιωτικού τοπίου, καθώς και ειδικών κριτηρίων χωροθέτησης και μορφολογίας των εγκαταστάσεων ΑΠΕ, προκύπτει η ανάγκη περαιτέρω εξειδίκευσης των σχετικών ρυθμίσεων, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε νησιού, η φέρουσα ικανότητά του και οι σωρευτικές επιπτώσεις από την ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών.
Για τους λόγους αυτούς, κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω εξειδίκευση των προβλέψεων του ΕΧΠ-ΑΠΕ για τα μεγάλα νησιά του Αιγαίου που, σύμφωνα με την ίδια τη ΣΜΠΕ, χρήζουν ιδιαίτερης μεταχείρισης λόγω των φυσικών, πολιτιστικών και τοπιακών χαρακτηριστικών τους. Η εξειδίκευση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει υποχρεωτική αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας κάθε νησιού, συνεκτίμηση των σωρευτικών επιπτώσεων, (πλατειών θεμελίωσης των ανεμογεννητριών από οπλισμένο σκυρόδεμα, νέων οδικών δικτύων στους ιδιαίτερους σχιστολιθικούς ορεινούς όγκους της Άνδρου με τις μεγάλες κλίσεις), ειδικά κριτήρια προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού τοπίου, καθώς και αυξημένες εγγυήσεις προστασίας για παλαιά δημοτικά δίκτυα οδών ( μονοπατιών), υδάτινους πόρους, περιοχές ιδιαίτερης οικολογικής αξίας και πολιτιστικά τοπία.
Η Άνδρος αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση νησιού στο οποίο η εφαρμογή των παραπάνω αρχών είναι αναγκαία, προκειμένου η ενεργειακή μετάβαση να συμβαδίζει με τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, της πολιτιστικής κληρονομιάς και των στοιχείων που συγκροτούν τη μοναδική ταυτότητα και τη βιώσιμη αναπτυξιακή προοπτική του νησιού.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΤΑΝΕΠ εκφράζει την αντίθεσή της στην εγκατάσταση νέων αιολικών σταθμών στην Άνδρο, γιατί, όπως αναλύθηκε ανωτέρω, δεν το επιτρέπουν η φέρουσα ικανότητα, η φυσιογνωμία, το τοπίο και η πολιτιστική ταυτότητα του νησιού.
Β. ΦΩΤΟΒΟΛΤΑΪΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ
1. Γενική θέση
Η ΕΤΑΝΕΠ αναγνωρίζει τη σημασία της ηλιακής ενέργειας και των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων για την ενεργειακή μετάβαση της χώρας και την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης. Η ανάπτυξη των φωτοβολταϊκών, όμως, οφείλει να πραγματοποιείται κατά τρόπο που να διασφαλίζει την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, του τοπίου, της γεωργικής γης και της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας των νησιωτικών περιοχών.
Το ίδιο το υπό διαβούλευση Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο αναγνωρίζει ότι «η διαμορφωθείσα κατάσταση επιτάσσει τον καθορισμό επιπλέον κριτηρίων χωροθέτησης» για τις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις, πέραν των υφιστάμενων ζωνών αποκλεισμού (ΕΧΠ–ΚΥΑ, σελ. 11). Προς την κατεύθυνση αυτή εισάγεται για πρώτη φορά ανώτατο όριο εδαφικής κάλυψης από φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις ανά Περιφερειακή Ενότητα, ίσο με 1,5% της συνολικής έκτασης (άρθρο 16 παρ. 1 ΕΧΠ).
Οι ρυθμίσεις αυτές συνιστούν σαφή αναγνώριση ότι η σημερινή έκταση ανάπτυξης φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων δημιουργεί την ανάγκη νέων χωροταξικών δεδομένων, τα οποία δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται αποκλειστικά με τα εργαλεία του ισχύοντος πλαισίου του 2008.
Ωστόσο, το προτεινόμενο σχέδιο εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά κενά ως προς:
α) την προστασία του νησιωτικού τοπίου kai παραδοσιακών οικισμών,
β) την αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων,
γ) τη διατήρηση της γεωργικής γης και των παραδοσιακών αγροτικών τοπίων,
δ) την προστασία του παλαιού δημοτικού οδικού δικτύου, πολιτιστικών διαδρομών, και πολιτιστικών τοπίων,
ε) τη θεσμοθέτηση ειδικών διαδικασιών αξιολόγησης της τοπιακής ένταξης φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων.
Οι ακόλουθες παρατηρήσεις και προτάσεις αποσκοπούν στη συμπλήρωση του σχεδίου προς την κατεύθυνση της ουσιαστικής προστασίας του τοπίου, του πολιτιστικού περιβάλλοντος και της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας των νησιωτικών περιοχών.
2. Ανάγκη ειδικής προστασίας των Κυκλάδων και του νησιωτικού χώρου
Η ΣΜΠΕ αναφέρει ότι στον νησιωτικό χώρο, πλην Κρήτης και Εύβοιας, «είναι επιθυμητή η κατά προτεραιότητα χωροθέτηση μικρών εγκαταστάσεων ηλιακής ενέργειας, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 33 του Ν. 4951/2022» (ΣΜΠΕ, Κεφ. 4.3.2, σελ. 4-38).
Προτείνεται η ανωτέρω κατεύθυνση να μετατραπεί σε υποχρεωτικό κανόνα χωροθέτησης και να προβλεφθεί ότι:
« Η ανάγκη αυτή προκύπτει ιδίως για νησιά των Κυκλάδων με σύνθετα φυσικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά, όπως η Άνδρος, προκρίνεται κατά προτεραιότητα η εγκατάσταση μικρών φωτοβολταϊκών έργων που εξυπηρετούν τοπικές ενεργειακές ανάγκες, ενεργειακές κοινότητες και αυτοπαραγωγή, ενώ η εγκατάσταση μεγαλύτερης κλίμακας φωτοβολταϊκών έργων επιτρέπεται μόνο κατόπιν ειδικής τεκμηρίωσης της φέρουσας ικανότητας του νησιού και της μη ουσιώδους αλλοίωσης του τοπίου.»
Το ίδιο το υπό διαβούλευση ΕΧΠ (σελ. 11 ΕΧΠ–ΚΥΑ) αναφέρει ότι η διαμορφωθείσα κατάσταση επιτάσσει τον καθορισμό επιπλέον κριτηρίων χωροθέτησης για τις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις πέραν των υφιστάμενων ζωνών αποκλεισμού. Η ΣΜΠΕ καταγράφει ως νέο κανόνα χωροθέτησης το μέγιστο ποσοστό εδαφικής κάλυψης 1,5% ανά Περιφερειακή Ενότητα, ενώ παράλληλα προβλέπεται η αξιολόγηση σωρευτικών και συνεργιστικών επιπτώσεων γειτνιαζουσών εγκαταστάσεων.
Το άρθρο 16 παρ. 1 πρέπει να συμπληρωθεί ώστε το όριο 1,5% να μην εφαρμόζεται ως αποκλειστικό κριτήριο χωροθέτησης, αλλά να συνοδεύεται από υποχρεωτική ειδική εκτίμηση φέρουσας ικανότητας ανά νησί, με κριτήρια τοπίου, ορατότητας, σωρευτικής επιβάρυνσης, εγγύτητας σε οικισμούς, πολιτιστικές και πεζοπορικές διαδρομές, αναβαθμίδες και περιοχές ιδιαίτερης φυσιογνωμίας.
Η ανάγκη αυτή προκύπτει ιδίως για την Άνδρο, όπου η αξία του τοπίου συνδέεται άμεσα με το παλαιό πεζοπορικό δίκτυο, παραδοσιακούς οικισμούς, προστατευόμενες περιοχές, αρχαιολογικούς χώρους, περιοχές Natura, ΖΕΠ, αναβαθμίδες, ξερολιθιές, παραδοσιακό αγροτικό περιβάλλον, κ.α. Ως εκ τούτου, η τήρηση μόνο του ποσοτικού ορίου του 1,5% δεν διασφαλίζει αφ’ εαυτής την προστασία των ανωτέρω ούτε την ουσιαστική εκτίμηση της φέρουσας ικανότητας του νησιού.
3. Υποχρεωτική εξέταση σωρευτικών επιπτώσεων
Θετική είναι η πρόβλεψη του άρθρου 16 του σχεδίου ΕΧΠ ότι στις περιπτώσεις γειτνιαζουσών φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων πρέπει να εξετάζονται οι σωρευτικές και συνεργιστικές επιδράσεις τους. Ωστόσο, η σχετική ρύθμιση παραμένει γενική και δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένους δείκτες ή κριτήρια αξιολόγησης.
Προτείνεται να προβλεφθεί υποχρεωτική αξιολόγηση:
- της συνολικής έκτασης των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων σε ακτίνα τουλάχιστον πέντε (5) χιλιομέτρων από παραδοσιακούς οικισμούς ,
- της συνολικής ορατότητας των εγκαταστάσεων από οικισμούς, πολιτιστικές διαδρομές και κύριους οδικούς άξονες,
- της αθροιστικής επίδρασης στο τοπίο και στη γεωργική γη,
- της συνδυασμένης επίδρασης με λοιπές ενεργειακές υποδομές.
Η αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει και τα αναγκαία συνοδά έργα των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων, ιδίως οδούς πρόσβασης, έργα διαμόρφωσης εδάφους και δίκτυα διασύνδεσης.
4. Προστασία γεωργικής γης και παραδοσιακών αγροτικών τοπίων
Η ΣΜΠΕ αναγνωρίζει την ανάγκη προστασίας της γης υψηλής παραγωγικότητας και της βοσκήσιμης γης.
Η ΕΤΑΝΕΠ προτείνει να δοθεί σαφής προτεραιότητα των φωτοβολταϊκών:
- σε στέγες,
- σε βιομηχανικές εγκαταστάσεις,
- σε υποβαθμισμένες εκτάσεις.
Αντιθέτως, πρέπει να απαγορεύεται η εγκατάσταση σε:
- ενεργούς γεωργικούς κάμπους,
- παραδοσιακά αγροτικά τοπία,
- συστήματα αναβαθμίδων,
- ιστορικά τοπία γεωργικής παραγωγής,
- πλησίον παραδοσιακών οικισμών,
- σε σημεία θέασης από οικισμούς και οδούς.
5. Προστασία του τοπίου ως αυτοτελούς αγαθού
Το τοπίο αποτελεί αυτοτελώς προστατευόμενο έννομο αγαθό κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος.
Η Ελλάδα έχει κυρώσει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου με τον Ν. 3827/2010.
Η Σύμβαση επιβάλλει:
- την ενσωμάτωση του τοπίου στις πολιτικές χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού (άρθρο 5 στοιχ. δ΄),
- την αναγνώριση, αξιολόγηση και παρακολούθηση των μεταβολών του τοπίου (άρθρο 6Γ).
Παρά ταύτα, το προτεινόμενο ΕΧΠ δεν εισάγει επαρκείς μηχανισμούς αξιολόγησης των επιπτώσεων των φωτοβολταϊκών στο τοπίο, ιδίως στον νησιωτικό χώρο.
6. Ανάγκη θεσμοθέτησης Μελέτης Τοπιακής Ένταξης και υποχρεωτικής γνωμοδότησης του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής
Το υπό διαβούλευση ΕΧΠ αναγνωρίζει ότι η σημερινή ανάπτυξη φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με τις υφιστάμενες ζώνες αποκλεισμού.
Παρά ταύτα, το σχέδιο δεν προβλέπει ειδικό εργαλείο αξιολόγησης της ένταξης των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων στο τοπίο ούτε συμμετοχή οργάνου με αρμοδιότητα αξιολόγησης της αισθητικής και μορφολογικής ένταξης των έργων στον χώρο.
Το κενό αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τα νησιά των Κυκλάδων και ιδίως για την Άνδρο, όπου η αξία του τοπίου συνδέεται άμεσα με τις αναβαθμίδες, τις ξερολιθιές, τα ιστορικά μονοπάτια, τις παραδοσιακές καλλιέργειες και τις πολιτιστικές διαδρομές.
Υπό τα δεδομένα αυτά προτείνεται η προσθήκη ειδικής διάταξης στο άρθρο 16 σύμφωνα με την οποία:
α) Για κάθε φωτοβολταϊκή εγκατάσταση που χωροθετείται σε νησιωτική περιοχή να απαιτείται υποχρεωτικά Μελέτη Τοπιακής Ένταξης και Οπτικής Επίδρασης.
β) Η μελέτη αυτή να υποβάλλεται υποχρεωτικά στο αρμόδιο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής για γνωμοδότηση ως προς την ένταξη της εγκατάστασης στο τοπίο και τις οπτικές επιπτώσεις της.
Η πρόταση αυτή δεν εισάγει νέα απαγόρευση ούτε αναιρεί την ανάπτυξη φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων. Αντιθέτως, αποτελεί αναγκαίο μέσο για την πραγμάτωση των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης και της προστασίας του τοπίου, όπως αυτές απορρέουν από το άρθρο 24 του Συντάγματος, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου (Ν. 3827/2010) και τους ίδιους τους στόχους του υπό διαβούλευση ΕΧΠ. Η γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής δεν υποκαθιστά τις λοιπές απαιτούμενες εγκρίσεις, αλλά λειτουργεί συμπληρωματικά ως προς την αξιολόγηση της ένταξης του έργου στο τοπίο.
7. Ειδική προστασία πολιτιστικών διαδρομών, παλαιού κοινόχρηστου δημοτικού οδικού δικτύου και πολιτιστικών τοπίων
Το νέο ΕΧΠ δεν περιλαμβάνει ειδική πρόβλεψη για πολιτιστικές διαδρομές και οργανωμένα δίκτυα μονοπατιών.
Η ΕΤΑΝΕΠ προτείνει να θεσπισθεί ειδική προστασία:
- παλαιού κοινόχρηστου δημοτικού οδικού δικτύου,
- πολιτιστικών τοπίων,
- περιοχών με ιδιαίτερη τουριστική και πολιτιστική αξία.
Στις περιοχές αυτές πρέπει να απαιτείται ειδική Μελέτη Τοπιακής Ένταξης και Οπτικής Επίδρασης, καθώς και ειδική αξιολόγηση της ορατότητας των εγκαταστάσεων.
Ιδιαίτερη μέριμνα πρέπει να ληφθεί για το κοινόχρηστο δημοτικό οδικό δίκτυο (μονοπάτια) της Άνδρου, το οποίο αποτελεί σημαντικό στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς, του τοπίου και της τουριστικής ταυτότητας του νησιού. Το δίκτυο πεζοπορικών διαδρομών Andros Routes, που αναπτύσσεται επί αυτού, θα πρέπει να προστατεύεται από επεμβάσεις που υποβαθμίζουν την εμπειρία του περιπατητή και αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του τοπίου.
8. Συμπέρασμα
Η ΕΤΑΝΕΠ υποστηρίζει την ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας και των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης. Η ανάπτυξη αυτή, όμως, πρέπει να στηρίζεται σε αρχές χωρικής δικαιοσύνης, προστασίας του τοπίου, διατήρησης της γεωργικής γης και σεβασμού της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Για τον λόγο αυτό προτείνεται η συμπλήρωση του νέου ΕΧΠ-ΑΠΕ με ειδικές ρυθμίσεις για τις φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις στον νησιωτικό χώρο και ιδίως στις Κυκλάδες, οι οποίες να διασφαλίζουν:
- προτεραιότητα σε μικρές οικογενειακές εγκαταστάσεις, αυτοπαραγωγή,
- ειδική αξιολόγηση φέρουσας ικανότητας ανά νησί,
- ουσιαστική εξέταση των σωρευτικών επιπτώσεων,
- αποτροπή του τεχνητού κατακερματισμού έργων,
- προστασία της γεωργικής γης, των παραδοσιακών αγροτικών τοπίων και παραδοσιακών οικισμών,
- υποχρεωτική Μελέτη Τοπιακής Ένταξης,
- γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής,
- ειδική προστασία παλαιών δημοτικών διαδρομών, μονοπατιών και πολιτιστικών τοπίων,
- αδειοδότηση μετά από έλεγχο των ανωτέρω παραμέτρων και όχι μέσω ταχείας διαδικασίας έκδοσης άδειας μικρής κλίμακας.
Η ενεργειακή μετάβαση της Άνδρου θα μπορούσε να βασιστεί κατά προτεραιότητα σε μικρής κλίμακας φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις αυτοπαραγωγής, οικογενειακής χρήσης, ενεργειακών κοινοτήτων και λοιπών αποκεντρωμένων σχημάτων παραγωγής ενέργειας. Ένα τέτοιο μοντέλο μπορεί να συμβάλλει στην ενεργειακή αυτάρκεια του νησιού, χωρίς να επιβαρύνει δυσανάλογα το φυσικό, αγροτικό και πολιτιστικό τοπίο του, όπως άλλωστε ορίζουν οι ήδη θεσμοθετημένοι όροι Περιβαλλοντικής προστασίας του δικτύου Natura, όπου τα νησιά δεν επιφορτίζονται με την μεταφορά ενέργειας στο ηπειρωτικό ηλεκτρικό σύστημα.
Η ενεργειακή μετάβαση οφείλει να συνδυάζεται με τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος, της πολιτιστικής κληρονομιάς και της βιώσιμης αναπτυξιακής προοπτικής των νησιών. Για τον λόγο αυτό, το νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ θα πρέπει να προβλέπει ειδικότερα κριτήρια χωροθέτησης και αξιολόγησης των φωτοβολταϊκών εγκαταστάσεων στον νησιωτικό χώρο, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες, τη φέρουσα ικανότητα και τις σωρευτικές πιέσεις που αντιμετωπίζει κάθε νησί.
Γ. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η ΕΤΑΝΕΠ εκφράζει την αντίθεσή της στην εγκατάσταση νέων αιολικών σταθμών στην Άνδρο και υποστηρίζει κατά αποκλειστικότητα μικρής κλίμακας φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις αυτοπαραγωγής, οικογενειακής χρήσης, ενεργειακές κοινότητες και λοιπές αποκεντρωμένες μορφές παραγωγής ενέργειας, που ανταποκρίνονται στις ενεργειακές ανάγκες του νησιού και της τοπικής κοινωνίας.
Η Άνδρος μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα ενός μοντέλου ενεργειακής μετάβασης, που συνδυάζει την ενεργειακή αυτάρκεια με την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, του πολιτιστικού τοπίου, της πολιτιστικής κληρονομιάς και της ιδιαίτερης ταυτότητας του νησιού.
Για τον λόγο αυτό, καλούμε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να ενσωματώσει στο νέο ΕΧΠ-ΑΠΕ ειδικές προβλέψεις και ουσιαστικές εγγυήσεις προστασίας τόσο για το νησί της Άνδρου όσο και για το σύνολο των νησιών του Αιγαίου, ώστε η ανάπτυξη των ΑΠΕ να υπηρετεί τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, χωρίς να υποβαθμίζει τους φυσικούς, πολιτιστικούς και τοπιακούς πόρους, που αποτελούν θεμέλιο της βιώσιμης ανάπτυξής τους.
Μέχρι την ολοκλήρωση θεσμοθέτησης των εν λόγω μέτρων προστασίας ζητούμε να μην δημιουργηθούν δεσμεύσεις υπέρ έργων ΑΠΕ σε οποιοδήποτε στάδιο αδειοδότησης. Ζητούμε να μην εφαρμοστεί η προτεινόμενη στο νομοσχέδιο θωράκιση των ήδη αδειοδοτημένων έργων, καθώς αυτό θα έχει φέρει καταστροφικές επιπτώσεις στο περιβάλλον της Άνδρου σε πλήρη αντίφαση με τα προβλεπόμενα στο υπό διαβούλευση Χωροταξικό πλαίσιο.
Άνδρος, 10/06/2026
Το Διοικητικό Συμβούλιο της Εταιρείας Ανδρίων Επιστημόνων: πρόεδρος, Ελένη Σαλουβάρδου, αντιπρόεδροι, Αμαλία Τηνιακού, Δημήτριος Πολέμης, γενική γραμματέας, Ελένη Πολίτου, υπεύθυνος ψηφιακών μέσων, Μιχαήλ Βούλγαρης, έφορος δράσεων και δημοσίων σχέσεων, Μανιώ Μάνεση, ταμίας, Ιωάννης Κουτσούκος, σύμβουλοι, Μαρία-Ειρήνη Τζιώτου, Ευστρατία Θεολόγου, Νικόλαος Ζιώτης
Στην μελέτη του νομοσχεδίου ΕΧΠ-ΑΠΕ και της ΣΜΠΕ και στην επεξεργασία των θέσεών μας συνέβαλε καθοριστικά η δικηγόρος Μαρία Κυριαζή, μέλος της ΕΤΑΝΕΠ