ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ, στης Λίλας, στα “Γύαλια”…

Γράφει ο ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΜΠΑΣΑΝΤΗΣ
Είχα καιρό να πάω στης Λίλας, στα “Γυάλια”. Ήταν Μάιος την τελευταία φορά. Η φίλη μου η Λίλα δεν ήταν εκεί. Ήταν αδιάθετη κι είχε πάει στο σπίτι να ξαπλώσει. Δεν την είδα. Τα είχαμε πει τηλεφωνικά τον χειμώνα με τις καταστροφές στα Γιάλια. Μετά χαθήκαμε. Με τη Λίλα τα λέγαμε σχεδόν καθημερινά το καλοκαίρι, μετά το μπάνιο. Εφέτος η Λίλα αρρώστησε με το που μπήκε το καλοκαίρι κι έφυγε εκτάκτως για νοσοκομείο. Μετά ήρθαν τα άσχημα μαντάτα. Από το κακό στο χειρότερο. Μέχρι που η Λίλα Πολέμη, φίλη καλή από τον καιρό που έστησε το εστιατόριο στα Γιάλια, εδώ και χρόνια, έφυγε. Τα Γιάλια έμειναν κενά με την απουσία της. Πήγαινα μερικές φορές για μπάνιο, αλλά με βαρειά καρδιά. Στο εστιατόριο πήγα με την Αλεξάνδρα, πρώτη φορά, το βράδυ του Δεκαπενταύγουστου.

Μείναμε με γιό της, το Νικολό, ώρα πολύ και τα λέγαμε. Ιστορίες παλιές. Αφηγήσεις από καλοκαίρια. Σε όλες πρωταγωνιστούσε η Λίλα: χαμογελαστή, εγκάρδια, ευγενική, μελαγχολική, φιλόξενη. Μια αγκαλιά η Λίλα για όλους μας.
- “Σε διαβάζω”, έλεγε. “Τα γράφεις ωραία. Αλλά συνάμα τους κεντρίζεις. Λες συχνά αυτά που δεν θέλουν να ακούνε…”
Το θέμα μας η Άνδρος. Η ζωή στο νησί. Οι διαδρομές στην περιοχή. Οι άνθρωποι. Τα καλοκαίρια. Το θέμα μας, εμείς, οι άλλοι, τα παιδιά. Όλα ήταν θέμα για εμένα και την ανοιχτόκαρδη Λίλα. Κατέβηκα απόβραδο Δεκαπενταύγουστου στα Γιάλια με την Αλεξάνδρα. Η Λίλα πια δεν είναι εκεί. Ποιο άραγε είναι τώρα το θέμα μας; Η απουσία της. Το βάρος της απουσίας της. Μπορεί όμως το βάρος μιας απουσίας να είναι θέμα; Μπορεί…

Τα είπαμε με τον Νικολό. Και καταλήξαμε στα σχέδια του για το εστιατόριο. Έχει σχέδια ο Νικολός. Μετά ξεφύγαμε στα της Άνδρου, της τρέχουσας κατάστασης, στα καλοκαιρινά και στα επόμενα. Αυτά απασχολούσαν και τη Λίλα. Τα παρόντα και τα επόμενα. Είναι νωρίς για το Νικολό να πάρει αποφάσεις. Χρειάζεται χρόνος. Πάντως το βάρος της απουσίας της Λίλας, για την ώρα, είναι μεγάλο…

Ήπιαμε ένα κρασί στη μνήμη της. Και βγήκαμε στα νυχτερινά Γιάλια. Ο κρύος αέρας των ημερών ξαφνιάζει. Περίεργο καλοκαίρι. Ο Αύγουστος τραβάει την ανηφόρα με ένα συνεχές μελτέμι, κάποιες στιγμές δροσερό, κάποιες βραδιές κρύο. Δύσκολος Δεκαπενταύγουστος. Με απαγορευτικά. Με πολύ πήγαινε-έλα. Αλλά και με ολοένα και λιγότερους να έχουν χρήματα να ξοδέψουν. Όλοι καταλήγουν πως το καλοκαίρι στο νησί είναι κλασικό ανδριώτικο. Ήτοι: ξεκίνησε αργά και θα τελειώσει νωρίς. Ή, μήπως όχι κι ίσως κρατήσει;

Ερωτήματα χωρίς απαντήσεις για την ώρα. Παρουσίες και απουσίες κι αυτές χωρίς απαντήσεις για την ώρα. Είμαστε σε μια εποχή και σε ένα καλοκαίρι με πολλά ερωτήματα, αλλά χωρίς απαντήσεις για την ώρα. Αυτά σκεφτόμουν κοιτώντας τα σκοτεινά Γιάλια, σε μιαν Άνδρο, που κι αυτή μοιάζει να περιμένει κάτι που δεν έρχεται. Σε μια χώρα που κι αυτή περιμένει κάτι που δεν έρχεται. Κάποτε ο Σεφέρης έγραψε: “Σιωπές αγαπημένες της σελήνης”. Απόψε ανηφορίζοντας από τα Γιάλια και κοιτάζοντας από ψηλά τον χαλαρό νυχτερινό Νειμποριό θα μπορούσαμε να γράψουμε: Αναμονές αγαπημένες ενός αμήχανου καλοκαιριού…