ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΕΜΟΝΙΑ: Όλες οι ποικιλίες και το ανδριώτικο λεμόνι…

Της Γεωργίας Παπαστάμου
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ – ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
«Η σχέση μας με τα λεμόνια είναι πολύ στενή. Η πιο συνηθισμένη εικόνα είναι το μισό λεμόνι ακουμπισμένο σε κάθε πιάτο με ψητά και σε πολλά μαγειρευτά ή καρφωμένο σε ένα πιρούνι να βουτάει στο λάδι και να αλείφει τα ψάρια που ψήνονται ή τα κομμάτια του κρέατος ή τον πασχαλινό οβελία. Δεν θα πω για τα λουλούδια της λεμονιάς (που συμβολίζουν την αγνότητα, γι’ αυτό και τα φορούσαν οι νύφες), που γοητεύουν με το μεθυστικό τους άρωμα την άνοιξη αλλά για τα λεμονόφυλλα με τη διακριτική και χαρακτηριστική μυρωδιά τους όλο το χρόνο […]», έγραφε η αείμνηστη ερευνήτρια της ελληνικής γεύσης Εύη Βουτσινά.
Ακόμα και σήμερα, σε μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Αθήνα, σε κάποιες γειτονιές, οι λεμονιές στις αυλές των πολυκατοικιών διατηρούν με έναν τρόπο τη σύνδεση των κατοίκων με την ζωή κοντά στη φύση. Δεν ζητάει πολλά άλλωστε η λεμονιά, που ανάλογα με την ποικιλία μπορεί να φέρνει πολλές καρποφορίες. Όσο τη φροντίζεις, στο ανταποδίδει.
Τα ελληνικά λεμόνια θεωρούνται από πολλούς (ειδικούς, μάγειρες κ.α.) από τα καλύτερα του κόσμου (κάτι που οφείλεται σε διάφορους λόγους, ανάμεσά τους και τα πολλά διαφορετικά μικροκλίματα της χώρας). Άλλο που δεν έχουμε κεφαλαιοποιήσει σαν τους Ιταλούς την εξαιρετική ποιότητά τους.
Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται κυρίως στην Ελλάδα είναι το Μαγληνό, που έχει μυρωδάτο καρπό, μπόλικο χυμό και λαμπερή φλούδα, το Καρυστινό με την κάπως πιο τραχιά φλούδα και το Αδαμοπούλου. Σε μικρότερο βαθμό συνεισφέρουν στην παραγωγή και άλλες ποικιλίες, όπως η πρώιμη Interdonato και η όψιμη Ζαμπετάκη, η Eureka, η Λαπήθου, η Santa Teresa κ.ά. Τα περισσότερα φρέσκα ελληνικά λεμόνια κυκλοφορούν στην αγορά Νοέμβριο με Απρίλιο.
Πόσο παράγουμε, πόσο εισάγουμε;

Λεμόνια καλλιεργούνται σε περίπου 30.000 στρέμματα στην Πελοπόννησο, τη Δυτική Ελλάδα, την Ήπειρο και την Κρήτη, κυρίως σε περιοχές όπως η Κορινθία, η Αχαΐα, η Λακωνία, η Αργολίδα, η Άρτα, η Αιτωλοακαρνανία, η Ηλεία και η Μεσσηνία και διάφορα νησιά.
Η χώρα μας είναι ελλιπής σε ό,τι αφορά την παραγωγή λεμονιών και περίπου το 40% της εγχώριας κατανάλωσης καλύπτεται από εισαγωγές, κυρίως από Αργεντινή και Τουρκία, και λιγότερο από κοντινές αγορές όπως η Ισπανία και η Ιταλία.
Ποιες εποχές τρώμε ελληνικά λεμόνια;
Η βασική εποχή του λεμονιού διαρκεί από τον Νοέμβριο μέχρι τον Απρίλιο-Μάιο. Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, καλλιεργούνται σε μικρότερες εκτάσεις και κάποιες πρώιμες και όψιμες ποικιλίες. «Τα εσπεριδοειδή ή αλλιώς, όπως τα λέμε, τα “ξινά”, ωριμάζουν το χειμώνα, γιατί τότε τα έχει ανάγκη ο άνθρωπος. Αν το σκεφτείς, το χειμώνα “κρυώνει” ο κόσμος και χρειάζεται τη βιταμίνη C», λέει ο βιοκαλλιεργητής Γιάννης Μέλλος. «Όταν όμως ως καταναλωτές ζητάμε λεμόνια όλο τον χρόνο προκύπτουν δύο φαινόμενα. Από τη μία, έρχονται λεμόνια από την άλλη πλευρά του πλανήτη, όπως η Αργεντινή, με τις γνωστές οικολογικές επιπτώσεις και απώλειες στην ποιότητα.
Από την άλλη, οι καλλιεργητές “παλεύουν” με ποικιλίες που ωριμάζουν εκτός της βασικής εποχής. Το να βγάλεις όμως λεμόνια τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο είναι μια ιδιαίτερα πολύπλοκη διαδικασία», επισημαίνει ο ίδιος. «Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται στην Ελλάδα καλύπτουν σε σημαντικό βαθμό τις ανάγκες μας», λέει ο Γιάννης Παπαδάκης, Καθηγητής στο Εργαστήριο Δενδροκομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. «Το πρόβλημα προκύπτει τους καλοκαιρινούς μήνες που δεν υπάρχει μεγάλη παραγωγή και ταυτόχρονα υπάρχει κατακόρυφη αύξηση στη ζήτηση εξαιτίας του τουρισμού, οπότε αναγκαζόμαστε να πάμε σε εισαγωγές», εξηγεί.
Δίφορες και πολύφορες λεμονιές

Μπορεί αν έχετε ακούει κάποιον να λέει: «Έχω μια λεμονιά έξω στο σπίτι μου και κόβω όλο τον χρόνο λεμόνια». Πρόκειται για τις λεγόμενες δίφορες ή πολύφορες λεμονιές. Ένα εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί δεν καλλιεργούμε μόνο πολύφορες λεμονιές ώστε να έχουμε φρέσκο, ελληνικό λεμόνι όλο τον χρόνο; Όμως δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα.
Μονόφορες ονομάζονται οι ποικιλίες που δίνουν σχεδόν το 100% της παραγωγής τους κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου. Οι δίφορες ή οι πολύφορες, εκτός από μια περίοδο που δίνουν την κύρια παραγωγή τους, μπορούν να δώσουν και ένα σημαντικό κομμάτι της παραγωγής τους σε μια άλλη εποχή. Αυτό επηρεάζεται ωστόσο από πολλούς παράγοντες. «Εξαρτάται από την ποικιλία αλλά είναι επίσης θέμα εδαφοκλιματικών συνθηκών της περιοχής όπου καλλιεργείται ένα δέντρο και επηρεάζεται και από την τεχνική της καλλιέργειας», λέει ο Γιάννης Παπαδάκης. «Μια πολύφορη λεμονιά στον κήπο του σπιτιού σου, όποτε βρει κατάλληλες συνθήκες, μπορεί να πετάξει έστω και λίγα άνθη από τα οποία να προκύψουν λίγοι καρποί και εσύ να θεωρείς ότι “κόβεις όλο τον χρόνο”», εξηγεί ο ίδιος, επισημαίνοντας ότι τέτοιες ποσότητες δεν είναι «μετρήσιμες» στην επαγγελματική καλλιέργεια.
Οι κύριες ποικιλίες λεμονιών που παράγονται στην Ελλάδα

Μαγληνό – Συγκομιδή: τέλη Οκτωβρίου-αρχές Φεβρουαρίου
Ίσως το πιο αντιπροσωπευτικό λεμόνι της ελληνικής παραγωγής. Ο καρπός είναι ωοειδής προς επιμήκης, συνήθως με μια προεξοχή (θηλή) στη μία άκρη, κοντή και κάπως πλακουτσωτή, με μια αυλάκωση τριγύρω. Το Μαγληνό λεμόνι είναι λεπτόφλουδο, λείο και γυαλιστερό. Έχει πολύ καλή αναλογία χυμού σε σχέση με το μέγεθός του και είναι γνωστό για την εξαιρετική γεύση και το άρωμά του.
Το συναντάμε σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας αλλά παραδοσιακά καλλιεργούνταν σε Αιγιαλεία, Κορινθία κ.τλ. Παρά την εξαιρετική του ποιότητα, λόγω ευαισθησιών της ποικιλίας (σε παγετούς, ασθένειες κ.ο.κ.), έχει περιοριστεί η έκταση της καλλιέργειάς του και έχει αρχίσει να αντικαθίσταται σε ένα βαθμό και από άλλες ποικιλίες, ελληνικές και ξένες.
Καρυστινό – Συγκομιδή: Νοέμβριο με Μάρτιο
Το Καρυστινό λεμόνι παίρνει το όνομά του από την περιοχή της Καρύστου στην Εύβοια, απ’ όπου προήλθε πριν διαδοθεί στην υπόλοιπη χώρα. Έχει καρπό με σχήμα ελαφρώς ελλειπτικό, θηλή κωνική, χωρίς το χαρακτηριστικό «αυλάκι» του Μαγληνού, και φλούδα κάπως πιο τραχιά.
Αδαμοπούλου – Συγκομιδή: Νοέμβριο-Μάρτιο & Ιούνιο-Σεπτέμβριο
Πρόκειται για πολύφορη ποικιλία (δίνει δηλαδή καρπό περισσότερες από μία φορές τον χρόνο), με το 70-85% της παραγωγής την περίοδο Νοέμβριο-Μάρτιο και το 15-30% τον Ιούνιο-Σεπτέμβριο. Ο καρπός της είναι ο ωοειδής προς επιμήκης, με κάπως τραχιά φλούδα.
Ζαμπετάκη – Συγκομιδή: (θεωρητικά όλο τον χρόνο) κυρίως άνοιξη-καλοκαίρι
Η Ζαμπετάκη έχει μπει πολύ πιο πρόσφατα στην παραγωγή σε σχέση με τις άλλες, πιο παραδοσιακές, ποικιλίες. Ωστόσο γίνεται πολύς λόγος για αυτήν καθώς θεωρείται πως θα μπορούσε να δώσει «λύση» στη ζήτηση για θερινά λεμόνια, όταν δεν υπάρχει πολλή προσφορά. Είναι πολύφορη ποικιλία και, θεωρητικά, μπορεί να δίνει μικρές παραγωγές καθόλη τη διάρκεια του έτους. Η κύρια παραγωγή της, πάντως, είναι άνοιξη με καλοκαίρι.
Interdonato – Συγκομιδή: από Σεπτέμβριο μέχρι Νοέμβριο
Αρκετά πρώιμη ποικιλία, που αρχίζει να δίνει καρπό από τον Σεπτέμβριο, όταν δεν υπάρχει πολλή παραγωγή. Ο καρπός της είναι αρκετά μεγάλος.
Τοπικές ποικιλίες – Το ανδριώτικο λεμόνι

Αν και δεν είναι καταγεγραμμένες ποικιλίες, δεν έχουν δηλαδή μπει σε επίσημους καταλόγους όπου να περιγράφονται τα χαρακτηριστικά τους, υπάρχουν «τοπικές επιλογές» λεμονιών, όπως ονομάζονται, τις οποίες συνοδεύει καλή φήμη και ιδιαίτερη ιστορία.
- Τέτοια περίπτωση είναι το ανδριώτικο λεμόνι με τον πολύ μεγάλο, αρωματικό καρπό και τη χοντρή φλούδα. Αναφέρεται πως ιστορικά συνεισέφερε σημαντικά στην οικονομία του νησιού. Λόγω της παχιάς φλούδας του ο καρπός μπορούσε να συντηρηθεί για καιρό και έτσι τα ανδριώτικα καΐκια μπορούσαν να τον μεταφέρουν μακρυά, πουλώντας μέχρι και στην Κωνσταντινούπολη. Τα ανδριώτικα λεμόνια πουλιόντουσαν λόγω του μεγέθους τους με το κομμάτι και λόγω της χοντρής φλούδας τους γίνονταν και και γίνονται εξαιρετικό γλυκό του κουταλιού. Γι΄ αυτό και η Άνδρος φημίζεται για το λεμόνι γλυκό του κουταλιού.
- Τα λεμόνια της Κω (κώτικα) είναι επίσης ξεχωριστά και η ποιότητά τους συγκρίνεται με αυτή του Μαγληνού. Σήμερα τα συναντάμε κυρίως σε αυλόγυρους και παλιούς κήπους του νησιού.
- Μια ακόμη τοπική επιλογή με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά είναι το λεμόνι Μεσαράς από την Κρήτη.
Μοσχολέμονα (lime): υπάρχουν ελληνικά;
Διαφορετικό είδος από το λεμόνι, το μοσχολέμονο (lime) με τη χαρακτηριστική πράσινη φλούδα και το ιδιαίτερο, σύνθετο άρωμα είναι πολύ ευαίσθητο σε παγετούς και συναντάται κυρίως σε ζεστές, υποτροπικές ή τροπικές περιοχές. Γι’ αυτό τον λόγο η παραγωγή του στην χώρα μας είναι πάρα πολύ περιορισμένη και δεν υπάρχουν σχετικά επίσημα στατιστικά στοιχεία. Η ζήτηση καλύπτεται σχεδόν αποκλειστικά με μοσχολέμονα εισαγωγής. Η μοναδική γνωστή ελληνική επιλογή είναι το παστολέμονο Χίου.
Γιατί να προτιμάμε τα ελληνικά λεμόνια;

Η ποιότητα του λεμονιού εξαρτάται από πολλούς παράγοντες (ποικιλία, καλλιεργητική τεχνική, εποχή, εδαφοκλιματικές συνθήκες κ.ά.). Βασικό κριτήριο για την επιλογή μας πάντως πρέπει να είναι η φρεσκάδα. «Αυτό που θα συμβούλευα είναι να τρώμε φρέσκο, ντόπιο λεμόνι. Και να το προμηθευόμαστε, όποτε μπορούμε, κατευθείαν από παραγωγούς», λέει ο Παπαδάκης. «Το λεμόνι που θα παραχθεί και θα είναι φρέσκο την άνοιξη δεν είναι απαραίτητα υποδεέστερο από αυτό που θα παραχθεί Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο», εξηγεί ο ίδιος, συμβουλεύοντας να αναζητάμε κάθε εποχή λεμόνια που προέρχονται από την ελληνική γη.
Να σημειώσουμε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις εντοπίζονται προβλήματα με τα εγχώρια λεμόνια λόγω παρατεταμένης συγκομιδής. Καθώς υπάρχει οικονομικό ενδιαφέρον από πλευράς των παραγωγών για καλοκαιρινό λεμόνι, ορισμένοι κρατούν τους καρπούς περισσότερο χρόνο πάνω στα δέντρα. Έτσι βγαίνουν λίγο αργότερα στο εμπόριο, φρέσκα μεν αλλά με κάπως υποβαθμισμένη ποιότητα.
Ο Νίκος Κουτσοδήμος, που ασχολείται μεταξύ άλλων με την βιοδυναμική καλλιέργεια λεμονιών στην περιοχή της Ηλείας, περιγράφει ένα παρόμοιο φαινόμενο που δημιουργεί πρόβλημα στην εγχώρια διάθεση ελληνικών λεμονιών και προκαλεί «αναστάτωση» στην αλυσίδα της κατανάλωσης: «Η οικονομική ανασφάλεια των Ελλήνων παραγωγών έχει ως αποτέλεσμα πολύ μεγάλο ποσοστό των εγχώριων λεμονιών να δίνονται τον Οκτώβριο, αφού πρώτα αποπρασινιστούν (βλ. παρακάτω), ώστε να επιτευχθούν καλύτερες τιμές. Έτσι φτάνει πιο γρήγορα η στιγμή που θα χρειαστεί να φάμε αργεντίνικο, γιατί το ελληνικό λεμόνι έχει τελειώσει. Με αυτό τον τρόπο ο καταναλωτής “εκτίθεται” περισσότερο σε λεμόνια για την παραγωγή των οποίων δεν γνωρίζει πολλά. Μιλάμε κυρίως για λεμόνια εντατικής καλλιέργειας, που μαζεύονται μόνο με μηχανήματα και στα οποία ο καλλιεργητής μπορεί να έχει χρησιμοποιήσει είκοσι δραστικές ουσίες και φυτοφάρμακα που δεν επιτρέπονται στην Ε.Ε.», συνεχίζει ο Κουτσοδήμος.Φωτογραφία:
Τι είναι ο αποπρασινισμός και πως γίνεται;

- Για να αλλάξουν χρώμα τα λεμόνια και να γίνουν από πράσινα κίτρινα, πρέπει οι καρποί τους να εκτεθούν φυσικά σε κρύο. Το κρύο που επικρατεί από τα μέσα με τέλη του φθινοπώρου και μετά είναι απαραίτητη συνθήκη για να πάρουν τη γνώριμη απόχρωσή τους.
- Οι καρποί που συγκομίζονται τον Αύγουστο, τον Σεπτέμβριο και μέχρι και τα μέσα/τέλη Οκτώβρη, μήνες στους οποιούς πλέον δεν παρατηρούνται οι απαιτούμενες χαμηλές θερμοκρασίες, μπορεί να έχουν τη χυμοπεριεκτικότητα, την οξύτητα και το μέγεθος που θέλουμε, αλλά εξωτερικά να είναι πράσινοι. Επειδή στο μυαλό των καταναλωτών το πράσινο σημαίνει άγουρο, τα λεμόνια περνούν από τη διαδικασία του αποπρασινισμού.
- Κατά τον αποπρασινισμό τα λεμόνια μπαίνουν σε ειδικούς θαλάμους («φούρνους») με αιθυλένιο, μια ουσία που παράγεται και φυσικά στα φυτά, η οποία αλλάζει το εξωτερικό χρώμα της φλούδας και το κάνει κίτρινο χωρίς να επηρεάζει εσωτερικά τους καρπούς.
Τι τσεκάρουμε στο ράφι και στον πάγκο της λαϊκής
- Αν τα λεμόνια είναι λίγο πιο ωχρά, μάλλον έχει περάσει αρκετός καιρός από τότε που έχουν κοπεί από το δέντρο.
- Η αφυδατωμένη εμφάνιση σημαίνει ότι έχουν χάσει αρκετά υγρά, πιθανόν εξαιτίας προβλημάτων στη συντήρηση.
- Αν ξύνοντας ελαφρά με το νύχι μας τη φλούδα ενός λεμονιού δεν μυρίζει έντονα ή αν σηκώνοντάς το με το χέρι μάς φαίνεται αρκετά ελαφρύ, έχουμε ενδείξεις υποβαθμισμένης ποιότητας.
- Σημαντικό είναι να διαβάζουμε την ταμπέλα με το όνομα του παραγωγού ή αντίστοιχα στο σούπερ μάρκετ να διαβάζουμε την πληροφορία στην ταμπέλα που φέρουν τα διχτάκια. Όσο καλύτερα γνωρίζουμε τους παραγωγούς και τους τόπους παραγωγής, όσο ενημερωνόμαστε και χτίζουμε σχέσεις με αυτούς, τόσο το καλύτερο.
Τι είναι τα κερωμένα λεμόνια και γιατί πρέπει να τα αποφεύγουμε;

- Το κέρωμα θα λέγαμε πως είναι κατάλοιπο από μια παλαιότερη προσέγγιση της κατανάλωσης, όταν θέλαμε να βλέπουμε όλα τα φρούτα να λάμπουν για να φαίνονται θελκτικά.
- Με το κέρωμα επίσης μεγιστοποιείται ο χρόνος συντήρησής τους, αντέχουν δηλαδή περισσότερο όταν για παράδειγμα πρέπει να μεταφερθούν από την άλλη άκρη του πλανήτη.
- Ο καρπός καλύπτεται με ένα λεπτό φιλμ από κερί (μείγμα από παραφίνη και άλλες ουσίες το οποίο σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να περιλαμβάνει και κάποια φυτοπροστατευτικά σκευάσματα).
- Τα λεμόνια εισαγωγής (και μερικές φορές και τα ντόπια) κερώνονται. Αν, λοιπόν, θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε το ξύσμα, αποφεύγουμε τα λεμόνια εισαγωγής και γενικά τα λεμόνια των οποίων η επιδερμίδα λάμπει αφύσικα.
- Ασφαλέστεροι είμαστε με τα βιολογικά λεμόνια που κατά κανόνα δεν κερώνονται. Έτσι αποφύγουμε και τυχόν υπολειμματικότητα φυτοφαρμάκων στη φλούδα.
Λεμονάτα μυστικά για την κουζίνα μας
- Αποθηκεύουμε τα λεμόνια σε χάρτινη σακούλα στο συρτάρι των λαχανικών και τα τσεκάρουμε συχνά.
- Το ξύσμα του λεμονιού «ανεβάζει» σχεδόν όλα τα φαγητά – ακόμα και στο κοκκινιστό ταιριάζει.
- Τόσο το ξύσμα όσο και ο χυμός του λεμονιού (σε παγοθήκες) μπορούν να αποθηκευτούν στην κατάψυξη και να χρησιμοποιηθούν όταν προκύψει ανάγκη.
- Τα φύλλα της λεμονιάς μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε σαν αρωματικό μέσα στο φαγητό, όπως κάνουμε με τη δάφνη, ή ως «στρώμα» στη γάστρα για να ψήσουμε πάνω τους το αρνί ή το κατσικάκι.
- Τα χοντρόφλουδα λεμόνια είναι εξαιρετικά για γλυκό του κουταλιού.
Η περιγραφή των ποικιλιών και το αντίστοιχο φωτογραφικό υλικό προέρχεται από το αρχείο του Γιάννη Παπαδάκη, Καθηγητή Δενδροκομίας και Διευθυντή του Εργαστηρίου Δενδροκομίας του Τμήματος Επιστήμης Φυτικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Περισσότερες πληροφορίες για την καλλιέργεια των εσπεριδοειδών και των άλλων καρποφόρων δέντρων, μπορείτε να βρείτε στον ιστότοπο του κ. Παπαδάκη: Δενδροκομία – Θεωρία & Πράξη www.pomology.gr.