Παγκόσμιο Κύπελο 2014 - Μια διαφορετική αναδρομή (2)

Η διεθνοποίηση του ποδοσφαίρου 1960 - 1980 και τα ΜΜΕ

Ο Πελέ σε θεαματική ενέργεια - δεκαετία 1960

Μεταξύ 1960 και 1980 το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο εξελίσσεται σταδιακά και περνά από τον ερασιτεχνισμό στον επαγγελματισμό. Όλα ξεκίνησαν με τις αλλαγές που συνέβησαν στην παγκόσμια οικονομία κυρίως στις δεκαετίες του 1970 και του 1980.

Τότε επιταχύνθηκε διεθνώς ο περιορισμός των μονοπωλιακών καταστάσεων μέσα από μια πορεία απορρύθμισης των αγορών, του εμπορίου και της εργασίας. Η επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης των σπορ που εμφανίζεται διεθνώς κατά τη δεκαετία του 1970 είναι μέρος της παγκοσμιοποίηση των αγορών, του εμπορίου, της εργασίας και της κουλτούρας (24). Στα σπορ αυτή η πορεία είχε οικονομικές και πολιτισμικές συνέπειες με την ανάπτυξη του επαγγελματισμού που χαρακτηρίστηκε την περίοδο εκείνη από «την εμφάνιση των ατζέντηδων και των χορηγών που προώθησαν την επιχειρηματικότητα στον αθλητισμό» και την αποδυνάμωση του «παραδοσιακού ερασιτεχνικού πατερναλισμού» που κυριαρχούσε ως τότε (26).

Ήδη από το 1974 η FIFAξεκινά μια προσπάθεια προώθησης του ποδοσφαίρου μέσα από χορηγίες μεγάλων αθλητικών επιχειρήσεων και πωλήσεις δικαιωμάτων μετάδοσης αγώνων στα μεγάλα ευρωπαϊκά τηλεοπτικά δίκτυα (26). Ήδη από τη δεκαετία του 1970 ήταν προφανές πως η τηλεόραση θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των σπορ και πολλές διεθνείς αθλητικές ομοσπονδίες έκαναν προσπάθεια να έχουν μεγαλύτερη τηλεοπτική κάλυψη. Όμως το  ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο ήταν ήδη πολύ μεγάλο και άφηνε πολύ  λίγο τηλεοπτικό χρόνο για άλλα αθλήματα στα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα.

Την ίδια περίοδο η διεύρυνση του ελεύθερου χρόνου στις ανεπτυγμένες χώρες σε συνδυασμό με την στροφή μεγάλου μέρους του πληθυσμού σε αθλητικές δραστηριότητες προσφέρει μεγάλες επιχειρηματικές δυνατότητες στις εταιρείες που ασχολούνται με αθλητικά είδη. Αθλητικές βιομηχανίες που κινούντο μέχρι τότε σε εθνικό επίπεδο, όπως η Dunlop, η Adidas, η Puma, μετασχηματίζονται μέσα σε μια δεκαετία σε γιγάντιες διεθνείς επιχειρήσεις. Και όχι μόνο αυτό αλλά αναλαμβάνουν πλέον και το ρόλο να «εκπαιδεύσουν» τις διεθνείς αθλητικές αρχές στο αθλητικό μάρκετινγκ. Είναι χαρακτηριστικό πως η γερμανική εταιρεία αθλητικών ειδών Adidas, που ίδρυσε το 1948 ο AdiDassler, στη δεκαετία 1970 ήταν ο μεγαλύτερος χορηγός επενδύοντας μαζικά στους μεγαλύτερους σταρ του αθλητισμού. Και στη δεκαετία του 1980 ο HorstDassler, γιός του Adi, ήταν αυτός που «δίδαξε τον Χαβελάνζε πώς να πουλά το Παγκόσμιο Κύπελο ποδοσφαίρου και τον Σάμαρανκ πώς να εμπορεύεται τους Ολυμπιακούς Αγώνες» (27).

Με αυτά τα δεδομένα οι μεγάλες αθλητικές βιομηχανίες, αλλά και οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, εισέρχονται στη δεκαετία του 1980 στο χώρο του διεθνούς αθλητισμού. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 1984 στο Λος Άντζελες αποτέλεσαν το μεγάλο βήμα προς την γενίκευση της  εμπορευματοποίησης στα διεθνή αθλητικά δρώμενα.

Όμως, ο διεθνής μετασχηματισμός του αθλητισμού ιδίως μεταξύ 1970 και 1980 δεν είναι μόνο οικονομικός είναι και πολιτισμικός. Αλλάζει η οικονομία των σπορ, αλλά αλλάζει και η κουλτούρα τους. Και οι δύο αυτές αλλαγές έχουν στενή συνάρτηση με τις αξίες της αγοράς που κυριαρχούν διεθνώς. Η εξέλιξη αυτή στα σπορ στηρίχτηκε στη σύγκλιση του παγκόσμιου επικοινωνιακού συστήματος και του διεθνούς αθλητικού συστήματος  οδηγώντας τον αθλητισμό σε παγκόσμιο φαινόμενο (28).

Ο Πελέ σε δράση - δεκαετία 1960

Όλα αυτά έγιναν μέσα από τον μετασχηματισμό μεγάλων αθλητικών γεγονότων (Ολυμπιακοί Αγώνες, Παγκόσμιο Κύπελο Ποδοσφαίρου κλπ) σε παγκόσμια τηλεοπτικά θεάματα. Το ποδόσφαιρο μετατρέπεται σε τηλεοπτικό προϊόν. Η αθλητική πλευρά του ποδοσφαίρου (απρόβλεπτο, θεαματικό) συνδέεται με τις δυνατότητες της τηλεόρασης (δραματοποίηση, ψυχαγωγία, διασκέδαση). Ο συνδυασμός αυτών των δύο προσφέρει ένα από εξαιρετικό τηλεοπτικό θέαμα. Ένα θέαμα που στις αρχές του 1970 απευθύνεται σε 130 χώρες και σε περίπου 250 εκατομμύρια τηλεοπτικούς δέκτες. Μια μαζικότητα που στα αμέσως επόμενα χρόνια διευρύνθηκε καθώς η τηλεόραση εξαπλώθηκε ταχύτατα στην Ασία, Αφρική και λατινική Αμερική καλύπτοντας εκατοντάδες ώρες τηλεοπτικού χρόνου (π.χ. στην Αγγλία το 1980 τα μεγάλα βρετανικά τηλεοπτικά δίκτυα έφταναν στις 1800 ώρες αθλητικό πρόγραμμα το χρόνο) (29).

Αλλά και στην Ευρώπη την ίδια εποχή η τηλεόραση είχε ήδη στραφεί προς το ποδόσφαιρο. Η πορεία της ευρωπαϊκής τηλεόρασης στα τέλη της δεκαετίας του 1980 προς την ιδιωτικοποίηση είχε φέρει νέα κεφάλαια και νέες επενδύσεις στον χώρο της ψυχαγωγία. Αρκετά από τα νέα ιδιωτικά κανάλια πόνταραν στο ποδόσφαιρο και αύξησαν κατά πολύ τα ποσά για τηλεοπτικά δικαιώματα αλλάζοντας το οικονομικό μοντέλο του αθλήματος. Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι τότε οι θεατές ήταν η βασική πηγή χρηματοδότησης των ομάδων. Με την εισροή μεγάλων χρηματικών ποσών από τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας και της διασκέδασης η τηλεόραση βρέθηκε να έχει την οικονομική πρωτοκαθεδρία στο σπορ.

Η τεχνολογία με τον τρόπο της συνέβαλε σημαντικά στην κυριαρχία του τηλεοπτικού μέσου με τις αρτιότερες διεθνείς καλύψεις, τις νέες φορητές κάμερες, τον πολλαπλασιασμό των επικοινωνιακών δορυφόρων, την εξέλιξη της μικροηλεκτρονικής, την κυριαρχία της έγχρωμης οθόνης. Οι τηλεοπτικές αυτές εξελίξεις δημιούργησαν ένα παγκόσμιο επικοινωνιακό σύστημα που ήρθε και «συνάντησε» το παγκόσμιο αθλητικό σύστημα. Η σύγκλιση αυτών των δύο παγκοσμίων συστημάτων έγινε δυνατή γύρω από την τηλεόραση. Κι αυτό γιατί από όλες τις μορφές διεθνούς επικοινωνίας «η τηλεόραση είναι αυτή που ταιριάζει ειδικά στην παγκοσμιοποίηση». Δεν είναι τυχαίο πως η «είσοδος στα διεθνή σπορ έχει αναδειχθεί σε κλειδί εκσυγχρονισμού στον Τρίτο Κόσμο» και πως η τηλεόραση «έχει συσχετιστεί με τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη» (30).

Στη νέα περίοδο τα σπορ αναδείχθηκαν σε χόμπι για τους πλούσιους και σε διασκέδαση για τους φτωχούς. Και μέσα από την τηλεόραση έγινε κυρίαρχη πολιτισμική έκφραση για τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας . Την ίδια στιγμή η τηλεόραση για το ποδόσφαιρο λειτούργησε σαν εκσυγχρονιστικό και ορθολογικό εργαλείο οδηγώντας στο άθλημα στην περαιτέρω διεθνοποίηση, θεαματικοποίηση και επαγγελματικοποίηση (31).

Ο Μπαρτέζ σε μια θεαματική φάση - δεκαετία 2000

Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η επιστήμη έστρεψε την προσοχή της στο ποδόσφαιρο. Δεν είναι τυχαίο πως το 1976 εμφανίζεται και η πρώτη σοβαρή επιστημονική μελέτη (πανεπιστήμιο Τζον Μουρς, Λίβερπουλ) η οποία είχε σχέση με την αντοχή και την απόσταση που διατρέχει κάθε ποδοσφαιριστής κατά τη διάρκεια ενός αγώνα ποδοσφαίρου. Η σημαντική αυτή μελέτη συνέβαλε στην καλύτερη κατανόηση των κινήσεων του κάθε παίκτη και στην ανάπτυξη μιας περισσότερο επιστημονικής μεθόδου κατανόησης του παιχνιδιού μιας και το μεγαλύτερο μέρος του παίζεται συνήθως χωρίς την μπάλα. Αποδείχθηκε πως ελάχιστος είναι ο χρόνος με τον οποίο οι παίκτες κινούνται με τη μπάλα στα πόδια. Αντιθέτως, συνήθως τρέχουν πολλά χιλιόμετρα, ανάλογα με την θέση καθενός, (μαρκάροντας, λαμβάνοντας θέσεις, κλπ) στη διάρκεια ενός αγώνα (32). Η μελέτη αντοχής αυτή καθώς και άλλες που άρχισαν πλέον να γίνονται συστηματικά για το επαγγελματικό ποδόσφαιρο άρχισαν να συμβάλουν με επιστημονικό τρόπο στην εξέλιξη του αθλήματος επί το ταχύτερο, αλλά και το θεαματικότερο.

Η πρώτη ιστορική περίοδος του ελληνικού ποδοσφαίρου (1959-1980)

Η ιστορική περίοδος του ελληνικού ποδοσφαίρου ξεκινά κατά την ποδοσφαιρική περίοδο 1959-60 και φτάνει μέχρι το καλοκαίρι του 1979. Ξεκινά με την καθιέρωση της Α’  Εθνικής και την δημιουργία πραγματικού πρωταθλήματος Ελλάδος στο οποίο συμμετέχουν από την αρχή οι πραγματικά καλύτερες επαρχιακές ομάδες της περιόδου και μερικές από αυτές καταφέρνουν σε ορισμένες περιπτώσεις και διακρίνονται (Δόξα Δράμας, Νίκη Βόλου, Πιερικός, Παναιγιάλειος, Πανσεραϊκός κλπ). Και φτάνει μέχρι το καλοκαίρι του 1979 ψηφίζεται ο πρώτος νόμος του επαγγελματικού ποδοσφαίρου (καθιερώθηκε ο ημι-επαγγελματισμός). Από την περίοδο 1979-1980 ξεκινά η επόμενη φάση του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα με την καθιέρωση του πρώτου επαγγελματικού ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος.

 Στην καθιέρωση της Α΄ Εθνικής συνέβαλε αποφασιστικά το ΠΡΟ-ΠΟ και τα χρήματα που διακινούνταν γύρω από αυτό. Καθόλου τυχαίο πως  το μεν πρωτάθλημα Α΄ Εθνικής ξεκινά το φθινόπωρο του 1959 και το δε ΠΡΟ-ΠΟ ξεκινά τον Ιανουάριο του 1960. Πρώτος πρωταθλητής της νέας ιστορικής περιόδου αναδεικνύεται ο Παναθηναϊκός (1960). Το ελληνικό πρωτάθλημα στην 20ετία 1959-1979 εμφανίζεται αρκετά ανταγωνιστικό. Στα πρώτα πρωταθλήματα κυριαρχούν οι τρεις μεγάλες ομάδες του Κέντρου (ΠΑΟ, Ολυμπιακός, ΑΕΚ), ενώ πρωτάθλημα κερδίζει επίσης και ο ΠΑΟΚ. Πρωταγωνιστικό ρόλο παίζουν και οι ομάδες του Πανιωνίου, του Άρης και του Ηρακλή. Η ομάδα που καταφέρνει και ξεχωρίζει στην Ελλάδα, αλλά και για πρώτη φορά στην Ευρώπη σε ολόκληρη αυτή την περίοδο είναι ο Παναθηναϊκός.

Αναλυτικότερα, με την καθιέρωση της Α΄ Εθνικής συμβαίνουν μια σειρά από σημαντικές αλλαγές στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Το πρωτάθλημα παύει να είναι τοπικό και κατά περιοχές και αρχίζει να διεξάγεται με τους ίδιους όρους σε όλη τη χώρα. Σημαντικές ομάδες της ελληνικής επαρχίας συμμετέχουν στο εθνικό πρωτάθλημα και αλλάζουν τα μέχρι τότε δεδομένα καθώς όλες οι καλές ομάδες αναμετρώνται μεταξύ τους σε διπλούς αγώνες δύο γύρων εντός και εκτός έδρας. Συγχρόνως, αρχίζει με την ενιαία διοργάνωση αρχίζει και η συστηματική και ενιαία καταγραφή των αγώνων και η οργανωμένη παρουσία των ομάδων. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται το πρώτο σημαντικό κίνητρο για τη δημιουργία καλών και ανταγωνιστικών ομάδων. Την ίδια εποχή έρχονται σπουδαίοι ξένοι προπονητές στις μεγάλες ελληνικές ομάδες (Μ. Μπούκοβι στον Ολυμπιακό και Σ. Μπόμπεκ στον Παναθηναϊκό) και επενδύονται αρκετά χρήματα για την αγορά σημαντικών ποδοσφαιριστών. Οι ξένοι προπονητές αναλαμβάνουν να διδάξουν στους Έλληνες παίκτες νέα συστήματα, ενώ και οι ελληνικές ομάδες αποκτούν σιγά-σιγά καλύτερη οργάνωση.

Το ενιαίο πανελλήνιο πρωτάθλημα δίνει από τα πρώτα χρόνια της διεξαγωγής του ομοιομορφία και συγκρότηση στο άθλημα. Ο πρωταθλητής αναδεικνύεται μέσα από μια μακρά σειρά συνεχών αγώνων. Δεν αρκούν πλέον δύο-τρεις νίκες για να αναδειχθεί μια ομάδα πρωταθλήτρια. Αντιθέτως τώρα χρειάζεται διάρκεια, αντοχή, επιμονή, δύναμη, τέχνη, στόχος, τακτική και στρατηγική. Η μαχητικότητα της νέας περιόδου πρέπει να συνδυάζεται με το σύστημα, τη σωστή κίνηση και την αντοχή. Η τεχνική πρέπει να συνδυάζεται με την τακτική. Και η στρατηγική είναι σημαντική σε ένα πρόγραμμα 30 συνεχών αγώνων. Όλα αυτά οδηγούν στην άνοδο του ανταγωνισμού και στην βελτίωση των ομάδων στη δεκαετία του 1960.

Η άνοδος του εγχώριου ανταγωνισμού οδηγεί και στις πρώτες αξιόλογες διεθνείς διακρίσεις για το ελληνικό ποδόσφαιρο τόσο σε επίπεδο Εθνικής Ομάδας όσο και σε συλλογικό επίπεδο (π.χ. το 1969 η ΑΕΚ φτάνει στα προημιτελικά του Κυπέλου Πρωταθλητριών). Είναι ενδεικτικό πως μια νέα γενιά σπουδαίων ποδοσφαιριστών πετυχαίνει μερικές σημαντικές διεθνείς νίκες για την μέχρι τότε ελάχιστα ανταγωνιστική Εθνική Ομάδα. Αξίζει να αναφερθούν ως πιο χαρακτηριστικές οι επιτυχίες επί Αυστρίας (1967, 4-1), επί της Πορτογαλίας (1968, 4-2 στο Στάδιο Καραϊσκάκη και 1969, 2-2 στο Πόρτο), επί της Εθνικής Ελβετίας (1969, 4-1 στο Στάδιο Καραϊσκάκη) και επί της Εθνικής Ρουμανίας (1969, 1-1 στο Βουκουρέστι). Εκείνες οι πρώτες διεθνείς ποδοσφαιρικές επιτυχίες άνοιξαν μια προοπτική για το μέχρι τότε εσωστρεφές και απομονωμένο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Ο Γιώργος Σιδέρης σκοράρει σε αγώνα πρωταθλήματος με την ΑΕΚ - δεκαετία 1960

Σε αυτή την χρονική περίοδο δημιουργούνται μερικά καλά γήπεδα σε Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, ενώ αρχίζει και η επαρχία να δημιουργεί σταδιακά υποδομές για καλύτερα γήπεδα. Η οργάνωση προχωρά και αυτό βοηθά στη βελτίωση του ποδοσφαίρου και αυξάνεται η απήχηση του στην κοινωνία. Από αθλητικής άποψης όσοι από τους παλιούς παίκτες δεν μπορούν να προσαρμοστούν στις αλλαγές του αθλητικού τρόπου ζωής αποχωρούν. Έτσι, κάποιοι σημαντικοί παίκτες της προηγούμενης περιόδου, που διακρίνονταν στα δύο ή τρία σημαντικά ματς της χρονιάς, χάνονται από το ποδοσφαιρικό προσκήνιο. Αρχίζουν να «ανατέλλουν» νέοι που γυμνάζονται συστηματικά για να αντέξουν τη μακρά διαδρομή των 30 αγώνων του πρωταθλήματος, καθώς και τα διεθνή παιχνίδια που αρχίζουν και αυξάνουν.

Ο Νίκος Γιούτσος επιχειρεί να βάλει γκολ - δεκαετία 1960

Τη δεκαετία του 1960 αρχίζει σταδιακά να διευρύνεται ο κοινωνικός και οικονομικός κύκλος του ποδοσφαίρου. Σιγά-σιγά το ελληνικό ποδόσφαιρο μετεξελίσσεται και οι ελληνικές ομάδες, ακολουθούν αργά μα σταθερά τα όσα συμβαίνοντα στην Ευρώπη περνώντας άτυπα από τον ερασιτεχνισμό στον ημιεπαγγελματισμό. Η Ελλάδα ακολουθεί μάλλον από απόσταση αυτά που είχαν συμβεί νωρίτερα στα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη. Ήδη, από τον μεσοπόλεμο υπήρχε ένα πρώιμος επαγγελματισμός για ορισμένους ποδοσφαιριστές (π.χ. ορισμένους Άγγλους, Γάλλους, Ιταλούς, Αυστριακούς). Και καθώς προχωρά εκείνη την εποχή η διεθνοποίηση των ευρωπαϊκών κοινωνιών μαζί προχωρά και η διεθνοποίηση του ποδοσφαίρου (πρώτες διεθνείς μεταγραφές, καθιέρωση και άλλων ευρωπαϊκών κυπέλων κλπ).

Την περίοδο αυτή εμφανίζονται και διακρίνονται μερικοί από τους καλύτερους Έλληνες παίκτες όπως οι Μίμης Δομάζος, Γιώργος .Σιδέρης, Μίμης Παπαϊωάννου, Τάκης Λουκανίδης, Γιώργος Δέδες, Γιώργος Κούδας, Αριστείδης Καμάρας, Αντώνης Αντωνιάδης, Γιώργος Γιούτσος, Στάθης Χάϊτας, Στέφανος Σαράφης, Κώστας Ελευθεράκης, Τάκης Οικονομόπουλος, Νίκος Χριστίδης κλπ.

Ο Γιώργος Κούδας, από τους καλύτερους έλληνες παίκτες - δεκαετία 1960

Η δεκαετία του 1970 που ακολουθεί παρουσιάζει για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια μεγαλύτερο αθλητικό ανταγωνισμό. Τις τρεις μεγάλες ομάδες του Κέντρου (ΠΑΟ, ΟΣΦΠ, ΑΕΚ) ανταγωνίζονται με επιτυχία μετά από πολλά χρόνια και αρκετές άλλες ομάδες της Θεσσαλονίκης ή της αθηναϊκής περιφέρειας όπως ο ΠΑΟΚ, ο Άρης, ο Ηρακλής και ο Πανιώνιος.

Η άνοδος του ανταγωνισμού και η βελτίωση του ελληνικού ποδοσφαίρου στη δεκαετία του 1970 φαίνεται από τη μοναδική επιτυχία του Παναθηναϊκού, το 1971, που έφτασε μέχρι τον τελικό του Κυπέλου Πρωταθλητριών (έχασε 2-0 από τον σπουδαίο Άγιαξ), αλλά και από τις επιτυχίες του ΠΑΟΚ, το 1974, που έφτασε στα προημιτελικά του Κυπέλου Κυπελούχων (αποκλείστηκε από την Μίλαν) και της ΑΕΚ, το 1977, που έφτασε στα ημιτελικά του Κυπέλου UEFA (αποκλείστηκε από την Γιουβέντους). Η άνοδος φαίνεται και από την επιτυχία της Εθνικής Ελλάδος, η οποία καταφέρνει και προκρίνεται το 1980 για πρώτη φορά στα τελικά του Κυπέλου Εθνών Ευρώπης.

Φάσεις από τον τελικό του Κυπέλου Πρωταθλητριών Ευρώπης του 1971 μεταξύ Παναθηναϊκού και Άγιαξ

Όμως, η άνοδος του ανταγωνισμού στο ελληνικό πρωτάθλημα πέρα από διεθνείς διακρίσεις οδηγεί και στην ανακατάταξη των ομάδων. Ο ΠΑΟΚ είναι η πρώτη ομάδα εκτός Κέντρου που καταφέρνει και παίρνει πρωτάθλημα της Ά Εθνικής κατηγορίας (1976), ενώ το Κύπελο Ελλάδος καταφέρνουν και το κερδίζουν πια αρκετές ομάδες εκτός των τριών μεγάλων (Άρης 1970, ΠΑΟΚ 1972, 1974, Ηρακλής 1976, Πανιώνιος 1979, Καστοριά 1980).

Από τα παραπάνω βλέπουμε πως το ελληνικό ποδόσφαιρο αλλάζει κατά την «ιστορική» περίοδο του. Και μαζί του αλλάζει και η κουλτούρα των φιλάθλων, η οργάνωση των ομάδων και η φιλοσοφία του παιχνιδιού. Οι αλλαγές αυτές αντικατοπτρίζουν τις κοινωνικές αλλαγές που συμβαίνουν στην Ελλάδα την ίδια περίοδο. Σε όλη τη δεκαετία του 1960 η Ελλάδα αναπτύσσεται με γρήγορους οικονομικούς ρυθμούς και μια σειρά νέα κοινωνικά στρώματα έρχονται στο προσκήνιο. Αν και συνεχίζεται για ένα μεγάλο διάστημα ακόμα η «μυθολογία» της προηγουμένης περιόδου (π.χ. «των παικτών που τα δίνουν όλα για την φανέλα» κλπ) είναι πια φανερό πως μια νέα εποχή έχει ξεκινήσει και στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Μια εποχή στην οποία τα χρηματικά έπαθλα (πριμ κλπ) και η σταδιακή είσοδος της τηλεόρασης στο ποδόσφαιρο αλλάζουν τον ερασιτεχνικό χαρακτήρα του ποδοσφαίρου.

Οι νέοι παίκτες που αναδεικνύονται στο ελληνικό ποδόσφαιρο δεν είναι πλέον απλοί ήρωες της Κυριακής των εργατικών γειτονιών. Πολλοί σπουδάζουν, άλλοι γίνονται επιχειρηματίες, κάποιοι αποκτούν φήμη μέσω της τηλεόρασης την οποία μπορούν και αξιοποιούν και ορισμένοι αποκτούν και χρήματα. Ένα άλλο πρότυπο ποδοσφαιριστή προβάλει και μια άλλη εικόνα διαμορφώνεται για το ποδόσφαιρο. Ένα διαφορετικό σπορ μέσα σε μια άλλη κοινωνία γεννιέται και αντικαθιστά πολλά από τα παλαιά στερεότυπα που είχαν επικρατήσει κατά την περίοδο της «προϊστορίας» του αθλήματος.

Το ποδόσφαιρο εδραιώνεται πάνω σε μια νέα διευρυμένη κοινωνική βάση που έχει πλέον και άλλα οικονομικά χαρακτηριστικά. Ο οργανωμένος πρωταθλητισμός δημιουργεί νέα οικονομικά και κοινωνικά κίνητρα. Το σπορ διεθνοποιείται. Οι τακτικές διεθνείς συναντήσεις δίνουν μια νέα ιστορικότητα στο άθλημα. Συγχρόνως, ο ανταγωνισμός σε διεθνές επίπεδο ανεβάζει την ποιότητα, ενώ η κουλτούρα του αθλήματος καταφέρνει και συνδυάζει με επιτυχία στοιχεία τοπικότητας με την εθνικότητα και έναν πρώτο διεθνισμό. Οι διεθνείς ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις αποκτούν μια πρωτόγνωρη επικοινωνιακή διάσταση μετατρέποντας κάποιες σημαντικές ομάδες από τοπικές ή εθνικές προσφιλείς για την ιστορία τους και για τις επιτυχίες τους σε ένα ευρύτερο διεθνές ακροατήριο.

 

Τα ελληνικά ΜΜΕ (1959-1979)

Επικοινωνιακά η περίοδος 1959-1980 είναι πολύ σημαντική στην Ελλάδα. Η περίοδος ξεκινά με το πρώτο σημαντικό άνοιγμα στον χώρο του αθλητικού Τύπου όταν το 1959 εκδίδεται η σημαντική για τα δεδομένα της εποχής εβδομαδιαία εφημερίδα «Ομάδα» (από το συγκρότημα των Νέων και του Βήματος). Η Ομάδα ήταν μια εφημερίδα υψηλής ποιότητας, εκδιδόταν κάθε Τρίτη και γρήγορα καθιερώθηκε σαν μια εφημερίδα αναφοράς για όλους. Εκδοτικά ξεχώριζε γιατί έσπαγε τα μέχρι τότε δεδομένα των αθλητικών εφημερίδων γιατί απευθυνόταν όχι σε οπαδούς, αλλά σε φιλάθλους. Με τον τρόπο αυτό η εφημερίδα επιχείρησε να καλύψει φιλάθλους πέρα από τα όρια του οπαδού της εργατικής τάξης πλησιάζοντας με τον τρόπο της τις νέες μικροαστικές και μεσαίες τάξεις που δημιουργούντο και οι οποίες άρχιζαν να πλαισιώνουν τα σπορ κατά τη νέα περίοδο.

Συγχρόνως, με το άνοιγμα του αθλητικού Τύπου γίνεται ένα ακόμα μεγαλύτερο στο ραδιόφωνο με την τακτική μετάδοση όλων των αγώνων Α’ Εθνικής κατηγορίας, καθώς και των αγώνων του Κυπέλου Ελλάδος. Ιδίως το ραδιόφωνο με τις τακτικές μεταδόσεις δημιουργούν νέα ακροατήρια και ανοίγουν τους διαύλους του ποδοσφαίρου σε ένα κοινό πολύ πέρα από τα περιορισμένα όρια αυτών που πήγαιναν στο γήπεδο ή διάβαζαν κάποια αθλητικά εφημερίδα.

Όμως το μεγάλο άνοιγμα στην ηλεκτρονική πληροφόρηση γίνεται με την τηλεόραση στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Τότε ξεκινούν οι απευθείας μεταδόσεις της ασπρόμαυρης τηλεόρασης που αποτελούν το πρώτο μεγάλο παράθυρο που ανοίγει και φέρνει το ποδόσφαιρο σε πολύ ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Αυτό συμβαίνει μέσα από τρία πολύ σημαντικά ποδοσφαιρικά γεγονότα τα οποία ανοίγουν το δρόμο να συνδεθεί στενά το ελληνικό ποδόσφαιρο με την τηλεόραση. Κατά μια ευτυχή συγκυρία και τα δύο πρώτα συμβαίνουν σε μια τριετία και διαμορφώνουν

ένα σύγχρονο σύστημα επικοινωνίας γύρω από το σπορ: Το τρίτο συμβαίνει μερικά χρόνια αργότερα και συμβάλει και αυτό με τον τρόπο του στη εδραίωση της τηλεόρασης στο ελληνικό ποδόσφαιρο:

 

Ο Γκόρντον Μπανκς, τερματοφύλακας της Εθνικής Αγγλίας,

σε μια από τις θεαματικότερες αποκρούσεις όλων των εποχών, σε κεφαλιά του Πελέ,

Παγκόσμιο Κύπελο - Μεξικό 1970

 

·       Το πρώτο γεγονός είναι η εξαιρετική πορεία της Εθνικής Ελλάδος στα προκριματικά του παγκοσμίου Κυπέλου του 1970. Οι πρώτες επιτυχίες της Ελλάδας μέσα στη δεκαετία του 1960 είχαν δημιουργήσει μια προσδοκία για κάτι καλύτερο στους Έλληνες φιλάθλους. Οι συχνές ραδιοφωνικές μεταδόσεις είχαν δημιουργήσει ένα πρώτο διευρυμένο ακροατήριο για το ποδόσφαιρο. Η δίψα για μια διεθνή διάκριση έδωσε ένα μεγαλύτερο κίνητρο σε ένα ευρύτερο κοινό που αναζητούσε μια διεθνή αναγνώριση. Η Εθνική Ελλάδος πέτυχε στα προκριματικά του 1970 να φτάσει πολύ κοντά στην πρόκριση για πρώτη φορά στην ιστορία της (τερμάτισε δεύτερη πίσω από την Ρουμανία και αποκλείστηκε). Εκείνη η συναρπαστική πορεία δημιούργησε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Παγκόσμιο Κύπελο του 1970 που ακολούθησε. Οι αγώνες της τελικής φάσης στο Μεξικό ήταν η πρώτη ολοκληρωμένη απευθείας μετάδοση μεγάλης διεθνούς διοργάνωσης από την ελληνική τηλεόραση. Για πρώτη φορά οι Έλληνες φίλαθλοι βλέπουν στην ασπρόμαυρη ελληνική οθόνη της τηλεόρασης τους τα σπουδαιότερα ματς ενός παγκόσμιου τουρνουά μερικά από τα οποία έμειναν και στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Η τηλεόραση αποτέλεσε τον ιδανικό δίαυλο επικοινωνίας για το διεθνές ποδόσφαιρο.

Άγιαξ και Παναθηναϊκός εισέρχονται στο Γουέμπλεϊ το 1971

·       Το δεύτερο γεγονός είναι η εξαιρετική διεθνής πορεία του Παναθηναϊκού την αμέσως επόμενη περίοδο (1970-1971) στο Κύπελο Πρωταθλητριών Ευρώπης, που είχε ως κατάληξη τη συμμετοχή του στον τελικό του 1971 στο ιστορικό Γουέμπλεϊ του Λονδίνου όπου έχασε 2-0 από τον ανατέλλοντα τότε μεγάλο Άγιαξ. Μια συμμετοχή που του έδωσε στη συνέχεια και τη δυνατότητα να παίξει στη συνέχεια και στον τελικό του Διηπειρωτικού Κυπέλου εναντίον της πρωταθλήτριας Νοτίου Αμερικής, Nationalτου Μοντεβίδεο (1-1 στην Ελλάδα και έχασε 2-1 στην Ουρουγουάη). Η μέχρι τότε στερημένη (οικονομικά και κοινωνικά) Ελλάδα πετύχαινε μια πολύ μεγάλη διεθνή συλλογική διάκριση στο ποδόσφαιρο. Και η τηλεόραση ήταν εκεί δρώντας πολλαπλασιαστικά και δημιουργώντας ένα νέο ενθουσιώδες ποδοσφαιρικό κοινό. Άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών και τάξεων, φίλαθλοι και μη, είδαν εκείνες τις τηλεοπτικές μεταδόσεις πανηγυρίζοντας την πρώτη ελληνική ποδοσφαιρική διάκριση διεθνώς. Μέσα από την τηλεόραση το ποδόσφαιρο βρέθηκε στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής της χώρας. Έτσι, μπήκε θριαμβευτικά η τηλεόραση στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Από την μετάδοση της ΕΡΤ του αγώνα Ελλάδα - Σοβιετική Ένωση 1-0 και την πρόκριση στα τελικά του Euro 1980

·       Το τρίτο γεγονός είναι η νικηφόρα πορεία της Εθνικής Ελλάδος μεταξύ 1978 και 1980 στα προκριματικά του Κυπέλου Εθνών Ευρώπης (η Ελλάδα απέκλεισε τότε Σοβιετική Ένωση, Ουγγαρία, Φιλανδία). Τόσο οι προκριματικοί αγώνες όσο και οι τελικοί της διοργάνωσης που έγιναν το καλοκαίρι του 1980 στην Ιταλία δημιούργησαν ένα νέο ρεύμα για το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα. Και το ενδιαφέρον αυτό πολλαπλασιάστηκε από τις τηλεοπτικές μεταδόσεις που σε αυτή τη φάση ήταν πια έγχρωμες. Έτσι, συνδέθηκε η έγχρωμη τηλεόραση με το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Οι διεθνείς επιτυχίες της Ελλάδας μεταξύ 1968 και 1980 αυξάνει το ενδιαφέρον για το ποδόσφαιρο. Νέες κοινωνικές ομάδες και τάξεις εισέρχονται στον κόσμο του ποδοσφαίρου. Περνάμε σε μια νέα περίοδο ουσιαστικά περίοδο όπου η αποδοχή του ποδοσφαίρου γίνεται καθολικότερη. Όμως, το αυξημένο ενδιαφέρον αυξάνει και το χρήμα γύρω από το ποδόσφαιρο (διαφημίσεις, χορηγοί, τηλεοπτικά δικαιώματα). Με την τηλεόραση οι ποδοσφαιριστές και το ποδόσφαιρο μπαίνουν σε κάθε σπίτι, ενώ συγχρόνως οι προβολείς της δημοσιότητας αλλάζουν τόσο τους παίκτες όσο και το σπορ. Οι ποδοσφαιριστές γίνονται ευρύτερα αναγνωρίσιμοι στις νέες μικροαστικές και μεσαίες τάξεις. Το ποδοσφαιρικό κοινό διευρύνεται πολύ πέρα από την εργατική τάξη ή τους πρόσφυγες που αρχικά το πλαισίωσαν μαζικά. Στο ποδόσφαιρο της νέας περιόδου υποχωρούν σταδιακά τα στοιχεία της κουλτούρας της εργατικής τάξης ή των παλιών αστικών στρωμάτων και αρχίζουν να μπαίνουν στοιχεία από την κουλτούρα των μικροαστικών και των μεσαίων τάξεων.

Όλα αυτά διαφοροποιούν και τις παραδοσιακές αξίες του παιχνιδιού. Νέα στοιχεία προστίθενται που αντανακλούν τους νέους οπαδούς που το πλαισιώνουν. Οι νέοι οπαδοί προσθέτουν στο σπορ το δικό τους πολιτισμικό φορτίο. Συγχρόνως η διεύρυνση του ενδιαφέροντος μέσω της τηλεόρασης δημιουργεί νέες πηγές χρηματοδότησης, καθώς συνδέει το άθλημα με την αγορά. Τα χρήματα με τη σειρά τους αναδιατάσσουν τις ομάδες, αλλά και τον τρόπο του παιχνιδιού. Το παιχνίδι σιγά-σιγά αρχίζει να γίνεται περισσότερο πολύπλοκο και να έχει πολύ περισσότερες σκοπιμότητες.

Το ποδόσφαιρο, οι παίκτες και οι οπαδοί των ομάδων της δεκαετίας του 1950 απέχουν πλέον πάρα πολύ από αυτούς πάρα πολύ από αυτό της δεκαετίας του 1970. Ίσως όσο απέχει το παλιό αθλητικό ρεπορτάζ, που κατέγραφε «φάσεις και γκολ» στις σελίδες των αθλητικών εφημερίδων της Δευτέρας, με τις απευθείας τηλεοπτικές μεταδόσεις της Κυριακής. Και φυσικά μέσα από αυτές τις αλλαγές μια νέα τηλεοπτική και ποδοσφαιρική κουλτούρα γεννιέται. Ο παλιός «ήρωας» της Κυριακής μετατρέπεται από λαϊκό ίνδαλμα της γειτονιάς ή της πόλης σταδιακά σε τηλεοπτικό είδωλο.

Η εικόνα των παικτών παύει πια να συσχετίζεται με τον παλιό «λαϊκό ήρωα» ενός κυριακάτικου απογεύματος και συνδυάζεται πια με ποδοσφαιρικούς αστέρες που κινούνται με εντυπωσιακά αυτοκίνητα, έχουν χρήματα, συνοδεύονται από ωραίες κοπέλες και δίνουν συνεντεύξεις στην τηλεόραση. Ο Γ.Δεληκάρης, ο Μ.Γαλάκος, ο Ρ.Αργυρούδης, ο Τ.Νικολούδης, ο Θ.Μαύρος, ο Β.Χατζηπαναγής, o Γ.Κούδας, o Χ.Τερζανίδης, o Β.Δαβουρλής, o Α.Καψής κλπ είναι οι πρώτοι που έχουν την ευκαιρία στα μέσα της δεκαετίας του 1970 να ζήσουν την αρχή της νέας ποδοσφαιρικά εποχής και την ανατολή της αθλητικής τηλεόρασης στην Ελλάδα (23).

(Τα παραπάνω είναι αποσπάσματα από το βιβλίο Σπορ & Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας των Διαμαντή Μπασαντή και Θύμιου Ζαχαρόπουλου - εκδ. Οδυσσέας 2008)

 

 

 

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

  1. Σχολιάζετε ως επισκέπτης.
Attachments (0 / 3)
Share Your Location
There are no comments posted here yet