Μύκονος: κόλαση και παράδεισος μαζί...

Του Δημήτρη  Σταυρόπουλου

 

Ακούμε πολλά καθημερινά για την Μύκονο: και καλά και κακά. Ακούμε πολλά και στην Άνδρο για την Μύκονο: μερικοί την θαυμάζουν, άλλοι την απεχθάνονται. Ο συνεργάτης μας Δημήτρης Σταυρόπουλος με το τέλος του φετινού καλοκαιριού κάνει έναν απολογισμό και της σεζόν που πέρασε και για την Μύκονο. Την απομυθοποιεί. Την ανατέμνει. Την σχολιάζει. Για λογαριασμό μας. Για λογαριασμό σας. Αλλά και για λογαριασμό ενός αθηναϊκού εντύπου που συνεργάζεται - Εν Άνδρω.

 Με την Μύκονο τα τελευταία χρόνια λοιπόν, συμβαίνει κάτι παράδοξο. Υπάρχουν πολλοί  που την κατηγορούν και την ξορκίζουν, αλλά όλοι θα ήθελαν  να βρεθούν ,έστω για λίγο, στο νησί κάποιο καλοκαίρι, να νοιώσουν την μοναδική της ενέργεια, να απελευθερωθούν και να γίνουν ένα με τον μύθο της, που την κρατάει ζωντανή περίπου 70 χρόνια. Την  Μύκονο η την λατρεύεις ή την απεχθάνεσαι. Συναισθήματα και συμπεριφορές κινούνται στα άκρα. Παράδεισος και κόλαση μαζί.

 Από τις γραφικές τρέλες μιας παρέας νεαρών Αθηναίων της δεκαετίας του 50 και τα ρομαντικά αστυνομικά μυθιστορήματα του Γιάννη Μαρή, εξελίχθηκε σε διεθνή τόπο οργίων με απίστευτη παραβατικότητα, έχασε  την φυσιογνωμία της, παραδόθηκε στην εύκολη, μαζική «κιτς» διασκέδαση, έδιωξε τους Έλληνες, και μεταλλάχθηκε σε… «πριγκιπάτο» Αράβων, Τούρκων, Κινέζων, ατελείωτου «μαύρου χρήματος», μπράβων, ναρκωτικών και πανάκριβης πορνείας. Η αλήθεια πονάει, αλλά δυστυχώς αυτή είναι. Για τους φίλους της, το νησί φέτος έκανε χαρακίρι. Μέθυσε από τις χιλιάδες ευρώ και δολάρια, και έχασε κάθε μέτρο.

Στη Μύκονο δεν μπορεί πια να πάει για διακοπές Έλληνας. Δεν μπορεί καν ξένος με μεσαίο εισόδημα - κανονικά μεσαίο, όχι των 1.000 ευρώ. Δεν μπορεί επίσης να πάει όποιος δεν αντέχει την αισχροκέρδεια και την αλαζονεία. Δεν μπορεί να πάει κυρίως εκείνος, Έλληνας ή ξένος, που έζησε το νησί στις στυλάτες, μποέμ, έξω καρδιά, κοσμοπολίτικες, χύμα και σοφιστικέ συγχρόνως εποχές του. Διότι δεν γίνεται να ακούς παντού ντισκοαμανέδες και να βλέπεις απέναντι την Δήλο, ούτε να διασκεδάζεις βλέποντας ανεγκέφαλους να κάνουν χάι με την ποσότητα των φελλών σαμπάνιας που ανοίγουν.

Δεν είναι μόνο η εξωφρενική ακρίβεια. Ούτε τα σουβλατζίδικα στρατιές και οι ορδές των χαπακωμένων πιτσιρικάδων που στοιβάζονται στα πούλμαν με προορισμό το Παραντάις. Ούτε τα γιαχαμπίμπι και οι κάφροι Άραβες που «καίνε» μάτσο τα δολάρια και δεν σέβονται τίποτα και κανέναν αφού τα αγοράζουν. Δεν είναι ούτε οι οργανωμένες ή ελευθέρας βοσκής βίζιτες, ούτε τα drugs, ούτε οι ξεφωνημένοι γκέι που κάνουν «τρενάκι» παραδίπλα σου σε μπαρ και παραλίες. Είναι όλα αυτά μαζί, συν ακόμα βαρύτερα ο απόλυτος αφελληνισμός ενός νησιού που έγινε διάσημο ακριβώς χάρη στην ελληνικότητα που πλάσαρε - και μάλιστα στην καλύτερη τουριστικά εκδοχή της. Κανείς δεν μπορεί να σταματήσει την εξέλιξη. Όπως κανείς δεν αντέχει να βλέπει την καλλονή ερωμένη του να μεταλλάσσεται σε μια άψυχη κούκλα του σεξ, αφού ο πελάτης πληρώνει χοντρά. Το εμπόριο είναι δούναι και λαβείν και όταν πουλάς ακριβά, ακόμα και κοπανιστό αέρα, έρχεται η στιγμή της δικής σου σειράς να πληρώσεις το τίμημα.

Υπάρχουν άνθρωποι που έζησαν και λάτρεψαν αυτό το νησί. Βλέπουν την μετεξέλιξη του και θλίβονται. Ένας από αυτούς ο εκδότης Άρης Τερζόπουλος που μοιράζεται  διαδικτυακά με τους  φίλους του την οργή του:

«Το πρώτο τραπέζι πίστα χρεώνεται 20.000 ευρώ, το φουσκωτό για να σε μεταφέρει στο χώρο ώστε να αποφύγεις τους παπαράτσι 3.000 ευρώ, η 15λιτρη χρυσή σαμπάνια Armand de Brignac 60.000 ευρώ, το 6λιτρο κρασί Romassan 7.000 ευρώ, το πριβέ τραπέζι οκτώ ατόμων και ένα μπουκάλι σκέτη βότκα χωρίς φρουτάκια ή ξηρούς καρπούς 3.000 ευρώ, μια μπριζόλα και μία φρουτοσαλάτα 500 ευρώ, ένα τζιπ Cherokee ή Rangler νοικιάζεται για 300 ευρώ την ημέρα, ένα μασάζ στον αυχένα στην παραλία χρεώνεται 60 ευρώ, ένα μοχίτο χωρίς αλκοόλ 17 ευρώ και μία πίτσα δυο ατόμων 18 ευρώ. Το ετήσιο καλοκαιρινό πάρτι του Αντώνη Ρέμου, έδωσε αυτές τις μέρες αφορμή για να γραφτούν ένα σωρό άρθρα στις εφημερίδες. Για τις ξαπλώστρες στις πιο «ιν» παραλίες που χρεώνονται από 400-500 ευρώ, για τα κορίτσια με τα τολμηρά μπικίνι, για τους σκαφάτους, για τους γνωστούς που κάνουν εκεί τις διακοπές τους και για πολλά άλλα. Τι με νοιάζουν εμένα όλα αυτά;… Μάλλον καθόλου… Τι με  νοιάζει αν κάποιος θέλει να πετάξει 60 χιλιάρικα για να αγοράσει μια σαμπάνια που θα την χύσει στο πάτωμα;

Η Μύκονος έπαψε να είναι αυτό που ήταν εδώ και πολλά χρόνια. Κάποτε μου άρεσε και γι αυτό είχα φτιάξει κι ένα σπίτι εκεί το 1982. Νόμιζα πως αν μου το επέτρεπαν οι δουλειές μου θα μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα. Με τον καιρό διαπίστωσα ότι δεν θα μπορούσα να μείνω εκεί για πάντα. Η Μύκονος άρχισε να αλλάζει ριζικά από τις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, όταν χτίστηκε μαζικά και γέμισε από μεγάλες και εντυπωσιακές βίλες.

Ήταν τα καινούργια τζάκια που ανακάλυπταν την Μύκονο. Όμως σ’ ένα περιορισμένο χώρο, όπως είναι η έκταση της Μυκόνου, αν χτιστεί πάρα πάνω από ένα όριο, αλλάζει και η φυσιογνωμία και η ατμόσφαιρά του. Το χτίσιμο των καινούργιων σπιτιών μεταβλήθηκε σ’ έναν ανταγωνισμό επίδειξης γούστου - καλό αυτό - και σ’ ένα ανταγωνισμό επίδειξης πλούτου - κακό αυτό. Οι σκαφάτοι τράβηξαν μαζί τους τις πεταλούδες της ημέρας και της νύχτας, που έψαχναν έναν καλό «χορηγό» και γιατί όχι ένα καλό γάμο - θεμιτά και τα δύο. Τα όμορφα κορίτσια τράβηξαν τα αγόρια - όμορφα ή όχι - που ήθελαν να πάρουν μια δόση από τα όμορφα κορίτσια όταν δεν ήταν απασχολημένα με τους χορηγούς.

Φέτος ήταν και  πάλι η χρονιά των Αράβων, οπότε το χρώμα έγινε και πιο κιτσάτο. Και δεν είναι ο ίδιος ο πλούτος που ενοχλεί. Εκείνο που ενοχλεί είναι η χυδαία επίδειξή του. Και ιδίως σ’ αυτήν την εποχή, της κρίσης και των αυτοκτονιών. Δεν γίνεται να χύνονται σαμπάνιες των εξήντα χιλιάδων στο πάτωμα, με ενάμισι εκατομμύριο ανέργους. Οπότε το πέσιμο στην Μύκονο είναι όχι μόνοι δίκαιο αλλά και επιβεβλημένο. Τώρα θα μου πεις, σε πειράζει τόσο που η Μύκονος κάνει τις εισπράξεις, που δεν μπορεί να κάνει κανένα άλλο νησί. Όχι δεν με πειράζει και μακάρι να υπήρχαν εκατό προορισμοί σαν την Μύκονο, που να μπορούσαν να προσελκύσουν το μεγάλο κεφάλαιο και αυτούς που ξοδεύουν αλόγιστα. Και αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη γίνει, γιατί η Ελλάδα θα έπρεπε να είναι ο Νο 1 τουριστικός προορισμός στον κόσμο, γιατί έχει όλα τα προσόντα γι αυτό και για να προσελκύσει υψηλών προδιαγραφών επισκέπτες. Πειράζει η επίδειξη του πλούτου ειδικά αυτήν την εποχή. Και η φτήνια αυτής της νομενκλατούρας. Ας είναι.»

Αυτά στην εποχή του θρυλικού κοσμικογράφου Ζάχου Χατζηφωτιου, που έριξε προ πολλού μαύρη πέτρα πίσω του, όταν τη δεκαετία του ’90 «πλάκωσαν οι γύφτοι και τα πρώην λιγούρια - νυν νεόπλουτοι», όπως έλεγε, «και μαγάρισαν το νησί». Αν φυσικά ερχόταν σήμερα - που αποκλείεται -, θα ήταν σίγουρα ενδιαφέρουσα η γκάμα των γαλλικών που θα αντάλλασσε με τους μαγαζάτορες που θα του ζητούσαν μίνιμουμ κατανάλωση για τραπέζι 5.000 ευρώ.

Όταν κάποτε κατέβηκαν με τις βάρκες στη Μύκονο οι πρώτοι Αθηναίοι επισκέπτες ένιωθαν περίπου σαν Αρειανοί. Έτσι τους αντιμετώπιζαν και οι ντόπιοι που έβλεπαν για πρώτη φορά τουρίστες στο νησί. Πενήντα χρόνια τουριστικής ανάπτυξης μετά και αφού πλάκωσε όλος ο πλανήτης σε αυτά τα λίγα μέτρα βράχου, κάθε Έλληνας επισκέπτης της Μυκόνου νιώθει πάλι σαν Αρειανός και κάπως έτσι τους θεωρούν και οι ντόπιοι. Ένα ξένο σώμα σ’ ένα νησί γεμάτο ξένους, στο οποίο κάθε Έλληνας εκτός από δακτυλοδεικτούμενος νιώθει και τιμωρημένος. Κάποτε η Μύκονος ήταν γεμάτη Έλληνες γι’ αυτό που είναι, και αφού την τάισαν μέχρι σκασμού, είδαν την πόρτα εξόδου γι’ αυτό που έγινε. Κάποτε θεωρούσαν – αδίκως - τρελούς όσους πήγαιναν στο ξερονήσι και δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν.

Η Μύκονος  δυστυχώς, προσάρμοσε την ταυτότητά της σε όποιον περαστικό της τρίβει στο κούτελο δολάρια, εν προκειμένω πετροδόλαρα, αν και το τίμημα είναι ο αφελληνισμός ενός νησιού που έμεινε στην Ιστορία ως συνώνυμο της ελληνικής αυθεντικότητας .

Η Μύκονος είναι πια brand name, ένα fund από μόνη της, που προσδίδει αίγλη και φήμη στους επιχειρηματίες, Μυκονιάτες και μη, που δραστηριοποιούνται εκεί. Όλοι, μα όλοι αυτοί θα κάνουν το πέρασμά τους από το νησί είτε για μία και μόνο φορά στην καριέρα τους, είτε επειδή είναι από χρόνια κολλημένοι και προσαρμόζονται στα νέα δεδομένα. Οι Ρώσοι, οι Τούρκοι, οι Ινδοί και όλη η Ευρώπη βέβαια είναι ήδη εκεί, ενώ διεθνείς αστέρες των σπορ και της σόουμπιζ, κροίσοι Έλληνες και ξένοι κάνουν δώρο χλιδής στον εαυτό τους και στο νησί πεντάστερες διακοπές. Η Μύκονος δεν συνδέεται πια με τη γενικότερη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας  -ευτυχώς γι’ αυτήν - και παίζει μπάλα μόνη της μπαίνοντας στη λίστα των top προορισμών του πλανήτη μαζί με την Ιμπιζα, το Μονακό, το Κάπρι και το Σεν Μπαρτς. Και μετά, ήρθε η κρίση στην Ελλάδα και τα μνημόνια. Και το νησί πέρασε σε άλλη σφαίρα...

Η επέλαση στο νησί των Αράβων από τα Εμιράτα και την Αίγυπτο, είναι κάτι πρωτοφανές για την τουριστική Ελλάδα. Ξοδεύουν ασύλληπτα ποσά και η συσσώρευση εύκολου και γρήγορου κέρδους, με τις σαμπάνιες να ρέουν ποτάμι και τους ναργιλέδες να είναι πια μόνιμο αξεσουάρ στις ξαπλώστρες, τρελαίνει τους επιχειρηματίες. Και όσο πληθαίνουν οι ορδές των Αράβων, τόσο μειώνονται οι Έλληνες – λογικό - όπως και εκείνος ο ωραίος μποέμ και χαϊκλασάτος κόσμος που ερχόταν στη Μύκονο για τον unique κοσμοπολιτισμό της, τη μοναδική της ενέργεια, την πληθώρα των επιλογών της. Οι βλαχομπαρόκ υπερβολές και η αραβοποίηση του νησιού, το οποίο προσαρμόζει την εικόνα και την ταυτότητά του στα χούγια των νέων κροίσων που γέννησε η οικονομική ευμάρεια των Αραβικών Εμιράτων, απομακρύνουν τους παλιούς εραστές του όχι μόνο επειδή αρνούνται να πληρώσουν 60 ευρώ το σετ ξαπλώστρας στο Καλό Λιβάδι και πια σχεδόν παντού, ούτε επειδή τα ξενοδοχεία είναι πια πανάκριβα, οι ενοικιαζόμενες βίλες περισσότερες από τα σπίτια των κατοίκων, μόνιμων ή μη, ή επειδή υπάρχουν βίζιτες κάθε εθνικότητας. Είναι επειδή έχει χαθεί όλη εκείνη η αυθεντικότητα ενός νησιού που όσο και να είναι διεθνής προορισμός είναι και ελληνικό.

Οι κλασάτοι γκέι, εκείνοι που ανίχνευσαν πρώτοι στο νησί την ιδιαίτερη ενεργειακή αύρα του, αυτό το κράμα μποέμ ελευθερίας, φυσικής ομορφιάς και χαλαρού κοσμοπολιτισμού, την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια.

Τα περιστατικά με βανδαλισμούς και καταστροφές σε ενοικιαζόμενες χλιδάτες βίλες είναι  πλέον πάμπολλα. Καψίματα σε ακριβά έπιπλα, σπασίματα, σαμπάνιες να χύνονται σε πισίνες, θρυμματισμένα γυαλιά, εικόνες βομβαρδισμού σε επαύλεις που εν μια νυκτί γίνονται αχούρια μετά από ποτάμια αλκοόλ και γενναίες ποσότητες drugs και ναρκόχαπων. Η Μύκονος δεν έχει πια μποέμ, χαλαρές ταβέρνες με τιμές που να μη σου σηκώνεται η τρίχα, ούτε νεανικά, ωραία μπαράκια στις παραλίες που χρεώνουν με «νεανικές» τιμές το ποτό, ούτε τοπική παραδοσιακή κουζίνα.

Θα πρέπει πια να έχεις άκρες και να ξέρεις τη Μύκονο καλά για να βρεις κάπου να φας και να φύγεις χορτασμένος χωρίς να κλαις έναν μήνα το κατοστάρι που έδωσες για δυο μπιφτέκια, μια χωριάτικη, μια πατάτες και ένα σαγανάκι, συνοδεία χύμα κρασιού. Το value for money είναι διαχρονικός νόμος της αγοράς και όταν πληρώνεις κάτι ακριβά, θα πρέπει να δικαιολογείται, είσαι-δεν είσαι κροίσος, εκτός αν είσαι κάφρος και βλάκας.

Αυτά και του χρόνου…

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

ΑΦΗΣΕ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΣΟΥ

  1. Σχολιάζετε ως επισκέπτης.
Attachments (0 / 3)
Share Your Location
There are no comments posted here yet