Η ΒΛΑΚΕΙΑ ως πολιτικό φαινόμενο…

(Το παρακάτω κείμενο το αλιεύσαμε από “ΤΟ ΒΗΜΑ”. Περιγράφει το φαινόμενο της επικράτησης πολιτικά της βλακείας στις σύγχρονες κοινωνίες. Αφαιρέσαμε το τρέχον και κρατήσαμε το διαχρονικό. Και το αναδημοσιεύουμε. Προς γνώση και κατανόηση της εποχής, όπου επικρατούν οι αδιέξοδες και αενάως επαναλαμβανόμενες βλακείες, οι οποίες καταντούν να θεωρούνται… “αυταπόδεικτες αλήθειες”! Το διαχρονικό σκίτσο είναι του εξαίρετου σκιτσογράφου Μιχάλη Κουντούρη – ΕΝ ΑΝΔΡΩ)
“ΤΟ ΒΗΜΑ” – ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Γράφει ο Διονύσιος Δερβής – Μπουρνιάς
Διευθυντής ορχήστρας, ιδρυτής φεστιβάλ Festum.

Ο αυστριακός συγγραφέας Ρόμπερτ Μούζιλ (1880-1942) δεν θεωρούσε τη βλακεία ως ατομική έλλειψη νοημοσύνης ή ηθική ανεπάρκεια. Τη θεωρούσε κοινωνικό φαινόμενο που δεν επικρατεί επειδή πείθει, αλλά επειδή αντανακλά τον εαυτό της. Μια φτωχή ιδέα τείνει να σταθεροποιείται όταν αντανακλάται σε ομοειδείς της μορφές. Η επανάληψη εκλαμβάνεται ως επιβεβαίωση και η επιβεβαίωση ως τεκμήριο. Κάθε αντανάκλαση λειτουργεί ως απόδειξη. Η αναγνώριση παίρνει τη θέση της αλήθειας. Ό,τι κυκλοφορεί ευρέως αρχίζει να φαίνεται αυτονόητο. Σε περιβάλλοντα διάχυτης αντανάκλασης η βλακεία δεν διαδίδεται απλώς· σταθεροποιείται. Έτσι εξηγείται και η ανθεκτικότητά της.
Η βλακεία κινείται με ευκολία, επειδή είναι άμεσα αναγνώσιμη, αναπαραγώγιμη, εναλλάξιμη. Δεν απαιτεί προσπάθεια ούτε απόσταση. Αρκεί να εμφανίζεται αλλού για να αισθάνεται δικαιωμένη. Αυτοεπιβεβαιώνεται αδιάκοπα. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν γίνεται απλώς κυρίαρχη, αλλά κανονιστική.
Η ευφυΐα λειτουργεί υπό αντίστροφους περιορισμούς. Δεν αντανακλάται εύκολα, επειδή τη διαπερνά η αμφιβολία. Απαιτεί ακρίβεια, αποχρώσεις και ανοχή στην αβεβαιότητα. Δεν μπορεί να επαναλαμβάνεται απεριόριστα χωρίς να παραμορφώνεται. Χωρίς κοινωνικούς καθρέφτες βρίσκει ελάχιστο αντίλαλο. Παραμένει απομονωμένη και σταδιακά διαλύεται μέσα στον θόρυβο, μέσα στο κοινωνικό σύμπαν. Εκεί όπου η βλακεία ενισχύεται από την ορατότητα, η ευφυΐα διαβρώνεται από την κριτική αμφιβολία.
Η Μούζιλ ήταν εκπαιδευμένος ως μηχανικός και ήταν βαθιά επηρεασμένος από τις θετικές επιστήμες. Έγραφε με αναλυτική ψυχραιμία, όχι με ηθική αγανάκτηση. Το ύφος του ανήκει λιγότερο στην εξπρεσιονιστική ένταση του 20ού αιώνα και περισσότερο στην ψυχρή παρατηρητικότητα του 18ου. Ο Μούζιλ δεν κατήγγελλε τη βλακεία· περιέγραφε τους μηχανισμούς της.
Ο λόγος (πολλών πολιτικών σήμερα είναι) φτωχός σε ουσία, αλλά πλουσιότατος σε έμμεσες επιβεβαιώσεις. Δεν επιδιώκει να πείσει· επιδιώκει να αναγνωριστεί. Δεν επιχειρηματολογεί· επαναλαμβάνει. Και αυτό λειτουργεί επειδή δρα σε χώρο ήδη κορεσμένο από αντανακλάσεις. Δεν χρειάζεται να είναι αληθινός για να είναι αποτελεσματικός· αρκεί να είναι αναγνωρίσιμος. Το (λεγόμενα τους) δεν παρέχουν συμφραζόμενα, δεν θέτουν ερωτήματα, δεν αφήνουν χώρο στην αμφιβολία. Προϋποθέτουν έναν κόσμο στον οποίο η αυτοδιακήρυξη λειτουργεί ως απόδειξη, όπου το να δηλώνει κανείς την αξία του αρκεί ήδη ως τεκμήριο.
Η σύγχρονη δημοκρατία δεν διορθώνει αυτόματα τέτοιου τύπου φαινόμενα. Δομημένη πάνω στην τυπική ισότητα των φωνών, ανεξαρτήτως ποιότητας ιδεών, δεν είναι καθεστώς αλήθειας, αλλά καθεστώς κυκλοφορίας ιδεών. Οργανώνει την έκφραση, όχι την εγκυρότητα. Οι φιλελεύθερες κοινωνίες γνωρίζουν από καιρό ότι η ανοχή δεν μπορεί να είναι απεριόριστη χωρίς να γίνεται αυτοϋπονομευτική (Πόπερ). Το ζήτημα δεν είναι η διαφωνία ούτε ο ενδεχομένως βίαιος αντιδημοφιλής λόγος, αλλά η δράση που αποσκοπεί στη διάλυση του πλαισίου, που καθιστά δυνατή αυτήν ακριβώς τη δημοκρατική διαφωνία.
Μια δημοκρατία που απλώς αντανακλά ό,τι κυκλοφορεί, χωρίς να διαφυλάσσει τα μέσα αντίστασης σε ό,τι τη διαβρώνει, συναινεί στην ίδια της την αποδυνάμωση. Γίνεται σχεδόν μαζοχιστική όταν συγχέει την έκφραση με την επικύρωση και την ορατότητα με τη νομιμοποίηση. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον πώς κατέστησαν δυνατοί τέτοιοι πολιτικοί, αλλά αν η δημοκρατία μπορεί να επιβιώσει ως καθεστώς αλήθειας όταν έχει πλήρως υποκύψει στην αυτοσταθεροποιούμενη οπτική της βλακείας.