Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ και το αέναο ταξίδι της ζωής μέσα στο χρόνο…

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ
Είχα πάει 2-3 φορές στη Βενετία. Όμως καμία δεν επέλεξα να μπω στον Άγιο Μάρκο. Κι ούτε αυτή την φορά θα το επέλεγα. Θεωρούσα πως είχα δει πολλές εκκλησίες στην Ευρώπη και δεν είχα ιδιαίτερη διάθεση να μπω σε μια ακόμα. Συμπαραστάτη, αυτή τη φορά, σε αυτή την ιδιότροπη επιλογή, είχα και τον Οδυσσέα.

Βοήθαγε σε αυτή την απόφαση και η δυσκολία του προγραμματισμού: έπρεπε να βγάλει κανείς ηλεκτρονικά εισιτήριο για μια επόμενη μέρα και για συγκεκριμένη ώρα. Και για να να τα βγάλει έπρεπε να μπει στην ηλεκτρονική εφαρμογή, να βρει εισιτήρια, να πληρώσει 15 ευρώ και να έρθει την πάλι μια επομένη μέρα και ώρα, να μπει στην σειρά, για να μπει στην εκκλησία.
Άλλωστε ο ναός ήταν τόσο εντυπωσιακός απ΄ έξω που θεωρήσαμε πως δεν είχε κάτι περισσότερο να μάς πει στο εσωτερικό του. Όλα αυτά μαζί και ταυτοχρόνως οδηγούσαν στην πασίγνωστη νεοελληνική αναβλητικότητα, η οποία κατέληγε στο ελληνικότατο επίγραμμα: «άστο για μια άλλη φορά. Άλλωστε έχουμε μπει κι έχουμε δει τόσες εκκλησίες. Μια ακόμα τι θα μάς πει;»

Υπολογίζαμε όμως χωρίς την Μυρτώ, που θεώρησε ανεπίτρεπτο να φτάσει στην είσοδο του ιστορικού και διάσημου Αγίου Μάρκου και να μην μπει. Πήγε, λοιπόν, σε μια άκρη μόνη της, μπήκε στην εφαρμογή της πλατφόρμας των εισιτηρίων και με το κινητό βρήκε αμέσως μέρα και ώρα. Κι απλώς ρώτησε εμάς που χαζεύαμε την κίνηση: «αύριο το απόγευμα στις 15:00 ή στις 16:00; Αποφασίστε.»

Κι αποφασίσαμε: «στις 16:00». Όσο αργότερα τόσο καλύτερα, σκεφτήκαμε και οι δύο. Κάποτε ήμουν πρώτος στις εξορμήσεις. Τώρα συχνά απλώς ακολουθώ. Αν και ακόμα διατηρώ μερικές από τις εξάρσεις τις νιότης μου, όπως αυτή την εντελώς παρορμητική και ξεχωριστή εξόρμηση για το Bassano, αναζητώντας το τοπωνύμιο του επωνύμου μας.

Βγάλαμε λοιπόν εισιτήριο για την επομένη. Φτάσαμε. Πήραμε το καραβάκι-λεωφορείο. Διασχίσαμε το Μεγάλο Κανάλι σε «ώρα αιχμής»! Μάλιστα, υπάρχει και «ώρα αιχμής», όπως υπάρχει και μποτιλιάρισμα, στο Μεγάλο Κανάλι! Και σε αφήνει άναυδο η κίνηση από γόνδολες, βαρκούλες, καραβάκια-ταξί, καραβάκια-λεωφορεία, καραβάκια-ασθενοφόρα (!), αλλά και σκάφη αναψυχής ΙΧ. Είναι κάποιες στιγμές της μέρας που το Μεγάλο Κανάλι θυμίζει λεωφόρο μεγαλούπολης διπλής κατεύθυνσης. Το ότι φτάσαμε εγκαίρως οφείλετε σε ένα μικρό κυκλοφοριακό θαύμα. Από αυτά που συμβαίνουν καμιά φορά στους δρόμους ή στα κανάλια της ζωής.

Πρώτη εντύπωση η καταπληκτική οργάνωση της επίσκεψης. Η εφαρμογή της πλατφόρμας εξαιρετική. Παρά την πολυκοσμία της πλατείας είχε προβλεφθεί ώστε ο κόσμος που έμπαινε στο ναό ήταν τόσος όσος επέτρεπε να κινηθείς άνετα παντού. Δεν υπήρχε ουρά. Ήταν τόσο καλά υπολογισμένος και ο αριθμός των ατόμων με εισιτήρια και κινηθήκαμε άνετα παντού. Διατρέξαμε την προσεκτικά χαραγμένη διαδρομή ξεκούραστα. Φωτογραφίσαμε τα πάντα. Ρωτήσαμε και απάντησαν ευγενέστατα. Καμία σχέση με το χάος στους δρόμους, στις πλατείες και στα κανάλια. Η τάξη και ο σεβασμός στον χώρο εξαιρετικός. Ευτυχώς που η Μυρτώ επέμενε και μπήκαμε.

Πρώτη διαπίστωση: η απίστευτη διαφορά του Αγίου Μάρκου εξωτερικά και εσωτερικά. Από έξω πολύ λίγο μπορείς να καταλάβεις το βυζαντινό εσωτερικό της εκκλησίας. Από έξω έχεις να κάνεις με ένα επιβλητικό, κατάφορτα στολισμένο με αγάλματα και μαρμάρινες απολήξεις αναγεννησιακό κτίριο. Από μέσα είσαι σε έναν κατανυκτικό βυζαντινό ναό, με μερικές δυτικότροπες ιδιαιτερότητες. Αν δεν είχαμε μπει θα χάναμε εντελώς την μοναδική συγκίνηση, που αποπνέει στον επισκέπτη (και ιδίως στον Έλληνα επισκέπτη) το εσωτερικό της εκκλησίας.
ΟΙ ΕΚΠΛΗΞΕΙΣ ΣΤΟ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ

Με το που δρασκελάς το σκαλοπάτι της εισόδου εισέρχεσαι στο Βυζάντιο! Οι ψηφιδωτές τοιχογραφίες, οι εικονογραφίες, οι τρούλοι του πρόναου, όλα παρέπεμπαν στη βυζαντινή παράδοση. Τίποτα από την εξωτερική πρόσοψη της εκκλησίας δεν προϊδέαζε για το βυζαντινό εσωτερικό της.


Το σχήμα του ναού εντελώς βυζαντινό. Σταυροειδές μετά τρούλου. Ήταν σα να μπήκαμε σε άλλο χώρο και χρόνο. Αν δεν υπήρχαν τα δυτικότροπα αγάλματα του τέμπλου όλα τα άλλα παρέπεμπαν στην βυζαντινή Κωνσταντινούπολη.


Η μεγάλη έκπληξη ήταν το “Pala D’ Oro”, το χρυσό τέμπλο-πάνελ πίσω από την Αγία Τράπεζα. Για να μπεις να το δεις πληρώνεις κάτι έξτρα στο εισιτήριο, αλλά αξίζει. Αποτελεί ένα από τα κορυφαία έργα βυζαντινής σμαλτοτεχνίας στον κόσμο. Όπως γράφει, περιέχει 187 σμάλτα και 1.927 πολύτιμους λίθους και συνδυάζει βυζαντινή, βενετσιάνικη και γοτθική τέχνη. Δημιουργήθηκε σταδιακά από τον 10ο έως τον 14ο αιώνα. Ξεκίνησε από τους βυζαντινούς τον 10ο αιώνα κι ολοκληρώθηκε το 1345 από τον δόγη Andrea Dandolo.

Ερωτηματικά δημιουργεί το περίτεχνο, αλλά και κυματιστό πάτωμα του ναού. Ρωτήσαμε έναν ευγενικό ηλικιωμένο κύριο, που ήταν κάτι σαν επίτροπος, για το κυματιστό πάτωμα από πλάκες και ωραία ψηφιδωτά. Πριν απαντήσει μάς κοίταξε λίγο περίεργα. Και ρώτησε χαμογελαστά «από που είστε;» Είπαμε από Ελλάδα. Έφεξε το πρόσωπο του. Κι άρχισε να απαριθμεί ελληνικές λέξεις που ήξερε: «καλημέρα», «καλησπέρα». «γεια σας»! Και μετά εξήγησε πως ολόκληρος ο ναός είναι χτισμένος πάνω σε πασσάλους, στη λιμνοθάλασσα. Και έχουν καθίσει λίγο από εδώ και από εκεί. Για τον λόγο αυτό και ο κυματισμός του πατώματος. Όμως, κατέληξε, πως είναι τόσο καλή η κατασκευή και δεν κινδυνεύει. Τον χαιρετίσαμε εγκάρδια. Και συνεχίσαμε…

Λίγο πριν την έξοδο υπήρχαν δύο μανουάλια με κεριά. Σεμνά, κατανυκτικά, διακριτικά. Όσοι επισκέπτες ένοιωθαν την ανάγκη άναβαν ένα κερί. Με εντυπωσίασε ο Οδυσσέας. Στάθηκε με σεβασμό. Πήρε ένα από τα κεριά, που ήταν σε κάτι μικρά κουτάκια κι άναψε ένα. Στάθηκε με κατάνυξη. Κι έκανε και τον σταυρό του. Τον κοίταγα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Με είδε και είπε: «σε εκκλησία μπήκαμε. Τι ποιο απλό να ανάψω ένα κερί γι’ αυτούς που σκέφτομαι;» Η νέα γενιά έχει άλλες προσλαμβάνουσες και μερικές ευαισθησίες πιο ανεπτυγμένες, σκέφτηκα, αναλογιζόμενος την δική μας εξεγερμένη νεότητα…

Βγαίνοντας στον πλαϊνό πρόναο και βαδίζοντας προς την έξοδο έμεινα να κοιτώ το βυζαντινό ψηφιδωτό της Παναγίας με το Θείο Βρέφος και την βυζαντινή ελληνική γραφή του. Και άθελα μου συγκινήθηκα. Τα στοιχεία ενός άδηλου οικουμενικού ελληνισμού ήταν αποτυπωμένα στην είσοδο, στον κυρίως ναό, αλλά και στην έξοδο του Αγίου Μάρκου.
ΑΝΤΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗΣ
Όλες αυτές οι διαφορετικές διαδρομές και αποτυπώσεις, έξω και μέσα, κάνουν μοναδικό τον Άγιο Μάρκο. Και συνάμα παραπέμπουν σε ιστορίες παλιές, σε τροχιές απροσδόκητες, σε ανθρώπους αλλοτινούς, που ταξίδεψαν στον χώρο και στον χρόνο. Που πέρασαν και άφησαν πίσω τους πόλεις: την Ραβένα, την Βενετία, την Κωνσταντινούπολη. Ιστορίες ανθρώπων που έζησαν πολέμους και μετακινήσεις, αναμίχθηκαν κι ανάμιξαν πολιτισμούς, λαούς και ονόματα. Και κάποτε έφεραν τους Βυζαντινούς στη Βενετία και μετά τους Βενετούς στην Κωνσταντινούπολη. Και κάποια στιγμή κάποιοι από αυτούς έφτασαν και στην Άνδρο.


Και κάπως έτσι o Marino Dandolo, απόγονος του Andrea και του Marko Dandolo,έφτασε στην Άνδρο. Κι έφερε μαζί του και μερικές καραβιές ευγενείς, αξιωματούχους, στρατιώτες και ναύτες, από την Βενετία και το Βένετο, από την Ραβένα, την Padova και το Bassano. Κσι υπήρξε διοικητής του νησιού για 30 χρόνια. Εκπρόσωπος της «Γαληνότατης Δημοκρατίας». Κι απόμειναν στο νησί όλοι αυτοί που έφερε. Και αναμείχθηκαν με τους προγενέστερους. Κι έγιναν ένα όλοι μαζί με τα χρόνια. Και όλοι αυτοί και οι απόγονοι τους έφτασαν μέχρι το σήμερα…

Και ερχόμαστε σήμερα, εμείς και τα παιδιά μας, ταξιδιώτες των καιρών, αναζητώντας κάτι από τον χαμένο χρόνο. Διατρέχουμε διαδρομές, που συγκλίνουν κι αποκλίνουν, στον χώρο. «Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη / Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις»! Στο μοναδικό κι αέναο ταξίδι της ζωής, το οποίο τόσο ποιητικά αποτύπωσε ο μέγας και οικουμενικός Ανδρέας Εμπειρίκος, στις υπέροχες «Στροφές Στροφάλων». Και τις οποίες, καθόλου τυχαία, αφιέρωσε στον πατέρα του…