ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΑΝΔΡΟΥ: Ένα βαθυστόχαστο έργο του Μπέκετ

Σκηνή από την παράσταση στο Φεστιβάλ Άνδρου. Φωτογραφία Μαρία Λαμπριαδου.
Γράφει η Ελισάβετ Μπαρμπαλιού
Ψυχολόγος ΜSc – Ψυχοθεραπεύτρια – Υπεύθυνη Κέντρου Συστημικής Ψυχοθεραπείας & Έρευνας
Στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Άνδρου παρακολουθήσαμε τη θεατρική παράσταση του Σάμιουελ Μπέκετ, «Ευτυχισμένες Μέρες», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, με την Αγλαΐα Παππά και τον Δημήτρη Μπίτο στους ρόλους της Γουίνι και του Γουίλι αντίστοιχα. Το έργο πραγματεύεται την ανθρώπινη ύπαρξη και εστιάζει σε διαστάσεις, όπως η φθορά του χρόνου, η εσωτερική και εξωτερική ακινησία, η ελπίδα, η ματαίωση αλλά και η ανάγκη για επαφή και επικοινωνία.
Αν, ωστόσο, το προσεγγίσουμε με μια ψυχοκοινωνική – συνθετική οπτική εκείνο μοιάζει να προσεγγίζει τις υπαρξιακές ατομικές και σχεσιακές ματαιώσεις, αγγίζοντας με εξαιρετικές εικονοπλαστικές συλλήψεις τις θεματικές των παραδοσιακών κοινωνικών κατασκευών και των έμφυλων στερεοτύπων.
Μια γυναίκα, η Γουίνι, εγκλωβισμένη και ακίνητη μέσα σε έναν λόφο, που εκφράζει θα λέγαμε έναν κοινωνικά καθορισμένο ρόλο, επαναλαμβάνει σχεδόν τελετουργικά τις καθημερινές μικροασχολίες της, επιμένοντας να θεωρεί την κάθε μέρα «ευτυχισμένη». Μέσα από σπαρακτικούς μονολόγους, η ψυχική έκφραση της ηρωίδας μπλέκεται στην παράσταση με ηχητικά τοπία, προβάλλοντας έντονα την αντίθεση της μοναξιάς της με την ταυτόχρονη δίψα της για ζωή.
Σε αντιπαραβολή με την όρθια, υψωμένη και συνεχώς ομιλούσα φιγούρα της Γουίνι, ο άλλος πόλος του ζευγαριού, ο Γουίλι παρουσιάζεται σχεδόν βουβός. Κινείται σερνόμενος στο έδαφος και περνά τον χρόνο του διαβάζοντας περασμένες ειδήσεις… Ο Γουίλι, με άλλα λόγια, ενσαρκώνει, με τη σειρά του, ορισμένα χαρακτηριστικά του άνδρα στον ρόλο του συζύγου.
Το όλο σκηνικό αποτυπώνει την αποτυχία ουσιαστικής επαφής μεταξύ του ζευγαριού και οι επιλεκτικές, μονολεκτικές και συχνά σαρκαστικές απαντήσεις του Γουίλι, στις συνεχείς εκκλήσεις της Γουίνι, υποδηλώνουν ένα διαχρονικό και πολυαπαντώμενο χάσμα ανάμεσα στα ζευγάρια.
Ερμηνεύοντας, συνεπώς, τον πυρήνα του έργου μέσα από τη «συνθετική» ματιά, οι «Ευτυχισμένες μέρες» και η εμμονή στο ευδαιμονικό παρελθόν συνθέτουν μια σκληρή, ρεαλιστική ανατομία, πολλών γάμων, όπου η μακροχρόνια, μηχανική συμβίωση οδηγεί τελικά στη συναισθηματική αποξένωση.
Στη δυναμική του ζευγαριού ο λόφος πέρα από τις κοινωνικές αντιλήψεις, τα στεγανά και τα στερεότυπα, συμβολίζει και το βάρος της ίδιας της καθημερινότητας, τη σχεσιακή «ρουτίνα» και το τέλμα μέσα στο οποίο ένα ζευγάρι μπορεί να παγιδευτεί κατά τη μακροχρόνια συμβίωση. Οι δύο σύντροφοι, τελικά, δεν επικοινωνούν, αλλά αναπαράγουν μηχανικές, καθημερινές κινήσεις για να κυλήσει ο χρόνος.
Η Φαινομενική Ασυμμετρία των Αναγκών

Η Γουίνι εκφράζει την πλευρά εκείνη που απαιτεί, μέσα σε μια αγχώδη συσχέτιση, διαρκή επιβεβαίωση και ανάγκη σύνδεσης και προσοχής, απευθύνοντας προς τον σύντροφό της φράσεις, όπως «μίλα μου» ή «κοίταξέ με». Ο Γουίλι, από την άλλη, μέσα από μία αποφευκτική τοποθέτηση, αποσύρεται στη σιωπή και στην εσωστρέφεια, αρνούμενος ή καλύτερα μη γνωρίζοντας πώς να συνδεθεί και να τροφοδοτήσει τη σχέση.
Η Φυλακή της Συνεξάρτησης

Παρατηρούμε πως, παρά την επικοινωνιακή και συναισθηματική αποξένωση στους κόλπους του ζευγαριού, ο ένας είναι απόλυτα αναγκαίος για την επιβίωση του άλλου, μέσα στην ομοιόσταση, στην οικοδομημένη δηλαδή, έστω και δυσλειτουργική, ισορροπία του ζευγαριού.
Η Γουίνι χρειάζεται απεγνωσμένα τον Γουίλι ως καθρέφτη και μάρτυρα της ύπαρξής της. Πασχίζει, συνεπώς, να πείσει, τόσο τον εαυτό της όσο και τον Γουίλι, ότι η σχέση τους είναι υπέροχη. Αρνούμενη να αποδεχτεί, από τη μία, τον εγκλωβισμό και τη ματαίωσή της και, από την άλλη, την ψυχοσυναισθηματική αποσύνδεση του συντρόφου της «θάβει» τα προβλήματα, τα οποία μετασχηματίζονται σταδιακά στον ίδιο τον σωρό που την πνίγει.
Πώς θα μπορούσε όμως, μέσα από τη δική της πραγματικότητα να κάνει αλλιώς, αφού, αν η σχέση σπάσει και εκείνος φύγει, θα πάψει εκείνη, καθρεφτιζόμενη, να νοηματοδοτείται;
Εκείνος, πάλι, έχει ανάγκη τη Γουίνι να λειτουργεί σαν το ρολόι που συχνά ακούγεται να ηχεί στο έργο για να τον αφυπνίζει και να τον βγάζει από τον ψυχικό του λήθαργο.
Διαπιστώνεται, κατ’ επέκταση, «μια σχέση σε κατάθλιψη» και οι δύο σύντροφοι, μη μπορώντας, με την πρώτη ματιά, να κάνουν αλλιώς παραμένουν παγιδευμένοι στην «ασφάλεια» του οικείου, ατενίζοντας με εσωτερικό τρόμο και αγωνία την κοινή τους «αναπόφευκτη» μοίρα.
Η Τελευταία Σκηνή του Δράματος

Μετά ίσως από μια αρχική συνειδητοποίηση των συνθηκών στις οποίες βρίσκονται, ο Γουίλι μοιάζει να ξυπνά κάπως και εμφανίζεται, για πρώτη φορά, καλοντυμένος, φορώντας φράκο και ημίψηλο καπέλο, ενδυμασία που μας παραπέμπει συνειρμικά στις «Ευτυχισμένες Μέρες» της αρχής της έγγαμης σχέσης, τις οποίες φαίνεται και εκείνος πλέον να θέλει να προβάλει και να υπενθυμίσει. Ωστόσο, παρά την επισημότητα και το κύρος που λαμβάνει από την «ενδυματολογική πανοπλία» του, συνεχίζει να μη κατορθώνει να σταθεί όρθιος.
Αρχίζει, επομένως, ένας τραγικός, ύστατος και επίμονος αγώνας, από πλευράς του, να πλησιάσει τη γυναίκα του, της οποίας η υπόσταση, μαζί με την ίδια τη μεταξύ τους σχέση, βρίσκεται σε οριακό σημείο, προκειμένου να τη σώσει. Αντιμέτωπος με τον υπαρξιακό κίνδυνο της απώλειας, ο Γουίλι ψιθυρίζει το όνομα της γυναίκας του. Αυτό το μονολεκτικό «Γουίν» είναι η μοναδική ένδειξη συντροφικού διαλόγου και τρυφερότητας που του έχει απομείνει.
Μέσα από την πλοκή, αντιλαμβανόμαστε πως, όπως συμβαίνει σε πολλά ζευγάρια, ο Γουίλι ακούει τη σύζυγό του, όμως, όπως δείχνουν και οι μονολεκτικές απαντήσεις του που πιστοποιούν ταυτόχρονα και τις δύο όψεις, δεν μπορεί ως αποτέλεσμα της κατεστημένης «ανδρικής» ανατροφής, να συνδεθεί σε βάθος με τα συναισθήματά του και να επικοινωνήσει λειτουργικά.
Με την κίνηση αυτή του Γουίλι, η Γουίνι μοιάζει να πλημμυρίζει από χαρά, νιώθοντας πως ο σύντροφός πλησιάζει τελικά για να την αγγίξει και να τη βγάλει από τη μοναξιά και το αδιέξοδό της. Αρχίζει, εξαιτίας της συναισθηματικής της φόρτισης, να τραγουδά το αγαπημένο της βαλς «The Merry Widow» – «Η εύθυμη χήρα». Η πράξη αυτή έρχεται αφενός να επιβεβαιώσει την ανάγκη της να διατηρήσει την ψευδαίσθηση του έρωτα και αφετέρου, μέσα από τη λεξιλογική επιλογή της «χηρείας» να υποδείξει την ασυνείδητη γνώση του «τέλους» της σχέσης, ως αποτέλεσμα του τρόπου διαβίωσης που οι δύο σύντροφοι μέσα από τις εμπειρίες και τα τραύματά τους είχαν επιλέξει.

Στο φινάλε, ο Γουίλι απλώνει το χέρι του προς τον λόφο όπου βρίσκεται ένα περίστροφο, μέρος των αντικειμένων που η Γουίνι προηγουμένως είχε αραδιάσει· ένα όπλο που η Γουίνι «ονομάζει» υποκοριστικά «Brownie» το φιλά και συνομιλεί μαζί του, δηλώνοντας την εκτροπή της τρυφερότητας, την ταύτιση με το τέλος και τους πιθανούς ιδεασμούς της και το οποίο ο Γουίλι απέφευγε και φοβόταν, ίσως γιατί δεν ήθελε να δει ούτε το πιθανό τέλος ούτε τις δικές του σκιερές και βίαιες πλευρές.
Σε αυτήν την ύστατη ώρα, όμως, το χέρι του Γουίλι γλιστράει και η παράσταση παγώνει σε ένα αβέβαιο «κάδρο». Ο Γουίλι προσπαθεί να πλησιάσει τη Γουίνι για μία αγκαλιά, όμως η σωματική του κατάρρευση, σε έναν βαθμό, και κυρίαρχα η συναισθηματική του αδυναμία τον εμποδίζουν να επιτύχει την προσδοκώμενη επαφή και το χέρι του πέφτει, σημαίνοντας την ολοκληρωτική πτώση και το σχεσιακό «τετέλεσται».
Αυτή η επιλογή του τέλους, θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μια τελευταία, τραγική πράξη, νοσηρής αγάπης, όπου ίσως ο Γουίλι να αυτοκτονεί μπροστά της, βάζοντας τέλος στο κοινό τους μαρτύριο ή και να την σκοτώνει, αφού, μέσα από την παθογενή αυτή συμπεριφορά, επιθυμεί να τη «σώσει» από τον αιώνιο εγκλωβισμό της. Επιδέχεται, ωστόσο, και την ερμηνεία της ολοκληρωτικής – τετελεσμένης αδυναμίας σύνδεσης ενός ζευγαριού που αποδέχεται το τέλος του.
Ο πεσιμισμός του έργου του Μπέκετ είναι προφανής, όμως δεν ταυτίζεται ούτε με πλήρη ματαίωση ούτε με μισανθρωπία· στον πυρήνα του εντοπίζεται μια αυστηρή αλλά και βαθιά συμπονετική παρατήρηση ότι ο άνθρωπος είναι μεν εύθραυστος, αδύναμος και δυνητικά εξαρτημένος όμως εξακολουθεί, με τον δικό του τρόπο, να προσπαθεί.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, παρά τα εσωτερικά και εξωτερικά αδιέξοδα στα οποία το ζευγάρι μπορεί να βρεθεί, η διέξοδος διαφαίνεται με τα κατάλληλα εφόδια. Στο ασφαλές περιβάλλον της ψυχοθεραπείας, για παράδειγμα, μέσα από την ατομική θεραπεία, τη θεραπεία ζεύγους και τις μεικτές θεραπευτικές ομάδες, μέσα από το λειτουργικό καθρέφτισμα του εαυτού, που συνεπάγονται, προάγεται η επίγνωση, αναλαμβάνεται η ατομική ευθύνη, οι στερεοτυπικές αντιλήψεις για τους ρόλους των φύλων καταρρέουν και η οπτική διευρύνεται, με αποτέλεσμα η «άβυσσος των παρεξηγήσεων», που αποδυναμώνει τον εαυτό και χωρίζει το ζευγάρι, να μπορεί τελικά να γεφυρωθεί, προσφέροντας νέους, περισσότερο ελπιδοφόρους δρόμους για το «Μαζί».