«ΜΕΣ ΤΟ ΦΩΣ»: Ο Χρήστος Κεχαγιόγλου αιστάνθηκε στην Άνδρο το φως και ζωγράφισε το ελληνικό τοπίο όπως κανείς άλλος

Ο Χρήστος Κεχαγιόγλου στο σπίτι του στην περιοχή Πλάκα της Άνδρου
Υπάρχει μια στιγμή, λέει ο Χρήστος Κεχαγιόγλου, κατά την οποία το φως παύει να φωτίζει απλώς ένα τοπίο και γίνεται το ίδιο πρωταγωνιστής. Για εκείνον, αυτή η στιγμή ήρθε στην Άνδρο. «Ένιωσα ότι κι εγώ, ως παρατηρητής, ήμουν εκεί μαζί με όλα όσα υπήρχαν γύρω μου, μέσα στο φως». Η εμπειρία αυτή στάθηκε η αφετηρία μιας εικαστικής αναζήτησης που τον απασχολεί εδώ και χρόνια και έδωσε τον τίτλο «Μες στο φως» σε μια σειρά εκθέσεων που ξεκίνησε το 2022.
Μετά την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, τις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο, το τέταρτο μέρος της σειράς παρουσιάζεται τώρα στον Χώρο Τέχνης «Ώχρα Μπλε» στη Λήμνο. Ένας τόπος που μοιάζει παράξενα ταιριαστός με αυτή τη δουλειά. Ανοιχτός, γυμνός, με πλατιούς ορίζοντες και μια ποιότητα φωτός που ο Κεχαγιόγλου περιγράφει ως νησιωτική, αλλά ταυτόχρονα βόρεια.
Η θάλασσα, η γη και ο ορίζοντας εξακολουθούν να υπάρχουν στους πίνακές του. Κι όμως, τίποτα δεν μοιάζει απόλυτα σταθερό. Κάποιες φορές η εικόνα κινείται προς την αφαίρεση, άλλες επιστρέφει στο πραγματικό τοπίο, ενώ το φως διαλύει τα πράγματα και τα συνθέτει ξανά. Είναι μια εμμονή που συνεχίζει να διερευνά έπειτα από περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες δουλειάς.
Η διαδρομή του, άλλωστε, δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά ζωγραφική. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1960, σπούδασε πολιτικός μηχανικός, στη συνέχεια σκηνοθεσία κινηματογράφου και αργότερα φιλοσοφία της τέχνης στη Σορβόννη, όπου μελέτησε τη σχέση ανάμεσα στον κινηματογράφο και τη ζωγραφική. Έχει εργαστεί με κινούμενη εικόνα, έχει σκηνοθετήσει ταινίες και έργα βίντεο και έχει παρουσιάσει τη ζωγραφική του σε περισσότερες από σαράντα ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Εσωτερική θάλασσα
Με αφορμή την έκθεσή του στη Λήμνο, ο Χρήστος Κεχαγιόγλου μιλά για το φως που είδαν κάποτε οι άνθρωποι πριν από εμάς και που θα συνεχίσει να υπάρχει μετά από εμάς· για το ελληνικό τοπίο· για όσα έφερε ο κινηματογράφος στη ζωγραφική του· και για μια αρχαία μορφή τέχνης που, μέσα στην αδιάκοπη ροή εικόνων η οποία χαρακτηρίζει την εποχή μας, εξακολουθεί να ζητά κάτι αξιοθαύμαστα απλό από εκείνον που στέκεται απέναντί της: να σταματήσει και να κοιτάξει.
- Λέτε ότι στο «Μες στο φως» δεν προσπαθείτε πια να ζωγραφίσετε τόσο το τοπίο όσο αυτό που το μεταμορφώνει, δηλαδή το φως. Πότε καταλάβατε ότι το τοπίο από μόνο του δεν σας αρκούσε;
Τοπίο και φως στη ζωγραφική είναι δύο οντότητες αξεχώριστες. Συνήθως το φως για τον ζωγράφο είναι αυτό που χρωματίζει, που δίνει μια συναισθηματική διάσταση στο τοπίο. Οπότε το τοπίο είναι ο πρωταγωνιστής και το φως ο ζωγραφικός τρόπος που το αναδεικνύει, του δίνει νόημα και ζωή.
Ζωγραφίζοντας στην Άνδρο, όμως, αισθάνθηκα μια αντιστροφή. Αισθάνθηκα να βρίσκομαι κι εγώ, σαν παρατηρητής, μαζί με τα πάντα γύρω μου, μέσα στο φως. Και προσπάθησα να αποδώσω ζωγραφικά αυτή την αίσθηση: ότι το φως είναι πλέον ο πρωταγωνιστής και το τοπίο σχεδιάζεται από αυτό, αναδύεται μέσα από αυτό, σχεδόν σαν δημιούργημά του. Ακόμα και η ματιά μας. Με αυτή την έννοια προέκυψε και το «Μες στο φως».
- Η πρώτη ενότητα του «Μες στο φως» παρουσιάστηκε το 2022 και έκτοτε η δουλειά αυτή ταξίδεψε από την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη μέχρι τις Βρυξέλλες και το Λουξεμβούργο. Τι έχει αλλάξει στη ζωγραφική σας μέσα σε αυτά τα τέσσερα χρόνια;
Νομίζω ότι βαθαίνει όλο και περισσότερο η σχέση μου με το ίδιο το φως, αλλά και ο τρόπος, η τεχνική με την οποία προσπαθώ να το συλλάβω υλικά επάνω στον καμβά, σαν μια κρυστάλλινη, αέρινη και διάφανη οντότητα. Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια αναζητώ σε όλο και μεγαλύτερο βάθος τις διαφορετικές δυνατότητες αυτής της αποτύπωσης.
- Στο κείμενό σας για την έκθεση συνδέετε το φως με κάτι πολύ μεγαλύτερο από την εικόνα — με όσους έζησαν πριν από εμάς, με τη μνήμη, σχεδόν με μια «ψυχή του κόσμου». Μπορεί ένας πίνακας να κουβαλήσει κάτι από αυτή τη συλλογική μνήμη χωρίς να αφηγείται μια συγκεκριμένη ιστορία;
Ναι, πιστεύω ότι αυτό ακριβώς είναι το εγχείρημα. Να μπορέσει η εικόνα να ξεφύγει από τις δεσμεύσεις μιας συγκεκριμένης στιγμής, ενός τόπου ή μιας εποχής, να αποσυνδεθεί από την ανάγκη να αφηγηθεί μια ιστορία και να αποκτήσει μια δική της αυτοτέλεια.
Με ενδιαφέρει το φως ακριβώς γιατί βρίσκεται πέρα από τον ανθρώπινο χρόνο. Είναι το ίδιο φως που αντίκρισαν άνθρωποι πριν από χιλιάδες χρόνια και, με έναν τρόπο, θα εξακολουθήσει να υπάρχει όταν εμείς δεν θα είμαστε εδώ. Φωτίζει τα πράγματα, τα αποκαλύπτει και τα εξαφανίζει, τα αλλάζει αδιάκοπα, ενώ το ίδιο παραμένει.

Πλωτή πολιτεία
Ίσως γι’ αυτό αισθάνομαι ότι μπορεί να κουβαλήσει κάτι από μια συλλογική μνήμη χωρίς να χρειάζεται να αφηγηθεί τίποτε συγκεκριμένο. Να γίνει μια πνευματική και διαχρονική δύναμη που συνδέει τον άνθρωπο με τον κόσμο και τον χρόνο. Αυτή την αιώνια, σχεδόν συμπαντική του διάσταση θα ήθελα να μπορέσω να συλλάβω ζωγραφικά.
- Ο Σωτήρης Κακίσης επιμένει σε μια φράση όταν γράφει για τη ζωγραφική σας: «στην Ελλάδα — οπωσδήποτε στην Ελλάδα!». Πόσο ελληνική θεωρείτε εσείς τη ζωγραφική σας; Και τι σημαίνει τελικά «ελληνικό φως» χωρίς να καταλήγουμε στο στερεότυπο του γαλάζιου, του ήλιου και του Αιγαίου;
Αυτό είναι ταυτόχρονα ένα στερεότυπο αλλά και μια αλήθεια. Η Ελλάδα και ειδικά το Αιγαίο έχουν μια πολύ ιδιαίτερη φωτιστική αίσθηση. Το φως είναι τόσο λαμπερό και δυνατό, που πολλές φορές το αισθάνομαι σχεδόν να δονείται, σαν μια υπερκόσμια ενέργεια που διαπερνά τα πάντα, που τα διαλύει μέσα της και τα ξανασυνθέτει. Ίσως εκεί, περισσότερο από το γαλάζιο, τον ήλιο ή οποιοδήποτε άλλο αναγνωρίσιμο στοιχείο, να βρίσκεται για μένα η έννοια του «ελληνικού φωτός».
Η Λήμνος έχει ένα τοπίο αρκετά διαφορετικό από την εικόνα που συνήθως έχουμε για ένα ελληνικό νησί — πιο γυμνό, πιο ανοιχτό, κάποιες φορές σχεδόν αυστηρό. Τι αναγνωρίσατε εκεί από τον δικό σας ζωγραφικό κόσμο;
Η Λήμνος πράγματι έχει ένα πολύ ιδιαίτερο τοπίο. Είναι ανοιχτό και αυστηρό, όπως το περιγράφετε, και μου δίνει μια αίσθηση πιο αρχαία, θα έλεγα, πιο πρωτογενή και ακατέργαστη. Για τη δουλειά μου αυτό είναι ένα στοιχείο πολύ εμπνευστικό, γιατί με φέρνει κοντά σ’ αυτή τη διαχρονική αίσθηση που περιέγραφα νωρίτερα. Σαν το τοπίο να κουβαλά έναν χρόνο πολύ μεγαλύτερο από τον δικό μας.
- Έχετε σπουδάσει πολιτικός μηχανικός, σκηνοθεσία κινηματογράφου και φιλοσοφία της τέχνης, όμως αφιερώσατε το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής σας στη ζωγραφική. Πείτε μας, πού συναντιούνται αυτοί οι κόσμοι (εάν συναντιούνται);
Πιστεύω ότι οι τέχνες συναντιούνται σε πολλά σημεία, στο βάθος τους έχουν έναν κοινό τόπο. Από εκεί και πέρα, η καθεμιά αναπτύσσει το δικό της γλωσσικό σύστημα. Δουλεύοντας, πρακτικά και θεωρητικά, μέσα σε διαφορετικά γλωσσικά συστήματα, νομίζω ότι γίνεται πιο οξύς και πιο λεπτός ο τρόπος που παρατηρείς.

Δέλτα
Από το σινεμά μαθαίνεις να ακούς τον ήχο μιας εικόνας, να αναζητάς το ιδιαίτερο κάδρο, να βλέπεις την αδιάλειπτη κίνηση, να διαβάζεις τον κόσμο σαν ένα παραμύθι. Η ζωγραφική, ως μητέρα των οπτικών τεχνών, σε μαθαίνει να συνθέτεις, να αναζητάς τη λεπτότητα του φωτός, τη δύναμη των σχημάτων και του χρώματος. Αλλά και η μηχανική μού έχει φανεί πολύ χρήσιμη ως προς το σύστημα, τη δομή και τον τρόπο οργάνωσης. Και βέβαια η φιλοσοφία σε βοηθά να σκέφτεσαι, να ρωτάς, να αμφιβάλλεις, να καταλαβαίνεις καλύτερα και να προβληματίζεσαι.
Στη ζωγραφική σας υπάρχει ένας αναγνωρίσιμος κόσμος — θάλασσα, στεριά, ορίζοντας — αλλά ταυτόχρονα ένας τεθλασμένος κόσμος που συχνά φτάνει στα όρια της αφαίρεσης. Σας ενδιαφέρει καθόλου αυτή η διάκριση ανάμεσα σε παραστατική και αφηρημένη ζωγραφική ή τη θεωρείτε πλέον ξεπερασμένη;
Μάλλον στην εποχή μας αυτοί οι όροι έχουν σε μεγάλο βαθμό ξεπεραστεί, χωρίς να παύουν να είναι χρήσιμοι για να συνεννοούμαστε. Στη δουλειά μου αισθάνομαι ότι ισορροπώ πάνω σε μια γραμμή: από τη μία πλευρά βρίσκεται η συγκεκριμένη εικόνα, ο τόπος, τα ιδιαίτερα στοιχεία και χαρακτηριστικά του, και από την άλλη η δύναμη και η ελευθερία της αφαίρεσης.
Όταν μια εικόνα μου αποκτά πολύ ξεκάθαρα στοιχεία παραστατικότητας, επειδή έχει συγκεκριμένες αναφορές, προσπαθώ να την απελευθερώνω μέσω της αφαίρεσης. Κι όταν, αντίθετα, ξεγλιστρά σ’ έναν απόλυτα αφαιρετικό κόσμο, προσπαθώ να ανακαλύψω μέσα του εκείνα τα στοιχεία που μπορούν να λειτουργήσουν ως παραστατικές νύξεις. Με ενδιαφέρει ακριβώς αυτή η αμφίρροπη κίνηση.
- Έχετε πίσω σας περισσότερες από σαράντα ατομικές εκθέσεις και μια διαδρομή αρκετών δεκαετιών. Υπάρχει κίνδυνος κάποια στιγμή ένας καλλιτέχνης να γίνει υπερβολικά καλός σε αυτό που ήδη ξέρει να κάνει; Πώς αποφεύγετε να επαναλαμβάνετε τον ίδιο σας τον εαυτό;
Ψάχνω διαρκώς στη ζωγραφική μου κάτι που θα με εκπλήξει. Επιδιώκω κάθε έργο να φέρνει κάτι καινούργιο, κάτι που βλέπω να αναπτύσσεται έτσι για πρώτη φορά. Για να αποφύγεις την επανάληψη είναι σημαντικό να ψάχνεις συνέχεια, να πειραματίζεσαι με τις τεχνικές και τα υλικά, να θέτεις νέα ερωτήματα. Να μην επαναπαύεσαι και, κυρίως, να μη θεωρείς ποτέ ότι έφτασες κάπου.
Είναι ωραίο να κατακτάς κάτι και, με αυτό που σου έμαθε η κατάκτηση, να ξεκινάς αμέσως ένα καινούργιο ταξίδι.
- Τι μπορεί να «συ-ζητήσει» σήμερα η ζωγραφική από τον θεατή και τι μπορεί ακόμη να του προσφέρει που δεν μπορεί να του δώσει μια οθόνη;
Η ζωγραφική είναι ένας τρόπος δημιουργίας εικόνων τόσο παλιός όσο και ο άνθρωπος. Από τις προϊστορικές ζωγραφιές των σπηλαίων μέχρι ένα έργο που γίνεται σήμερα, υπάρχει κάτι που παραμένει συγκλονιστικά ίδιο: ένας άνθρωπος αφήνει με το χέρι του ένα ίχνος πάνω σε μια επιφάνεια και ένας άλλος άνθρωπος, κάποια στιγμή, στέκεται απέναντί του και το κοιτάζει.

Εποχή του φωτός
Η τεχνολογία θα μας δίνει όλο και πιο εντυπωσιακές εικόνες και δυνατότητες. Η ζωγραφική όμως έχει κάτι που η οθόνη δεν μπορεί να υποκαταστήσει: είναι ένα πραγματικό αντικείμενο, έχει ύλη, κλίμακα, επιφάνεια, ατέλειες, ίχνη, χρόνο. Βλέπεις πάνω της όχι μόνο μια εικόνα αλλά και τη διαδικασία με την οποία ένας άλλος άνθρωπος προσπάθησε να την κάνει να υπάρξει.
Και ίσως ζητά και κάτι διαφορετικό από τον θεατή: να σταθεί. Να διαθέσει χρόνο. Δεν του επιβάλλει ούτε διάρκεια ούτε μία συγκεκριμένη ανάγνωση. Μπορείς να φύγεις σε ένα δευτερόλεπτο ή να μείνεις απέναντί της για πολλή ώρα.
Γι’ αυτό μου αρέσει πολύ η λέξη «συ-ζήτηση» που χρησιμοποιείτε. Η ζωγραφική δημιουργεί έναν ήρεμο, ελεύθερο και πολυσήμαντο διάλογο, μια επικοινωνία παράλληλη με τη γλώσσα. Και σε μια εποχή όπου οι εικόνες περνούν μπροστά μας με τεράστια ταχύτητα, αυτή η δυνατότητα να σταθείς πραγματικά απέναντι σε μία εικόνα, να αισθανθείς την υλική της παρουσία και, μέσα από αυτήν, το ίχνος ενός άλλου ανθρώπου, ίσως γίνεται όλο και πιο πολύτιμη.