Τοποθετώντας τη Μονή Παναχράντου στον χρόνο
Του Νίκου Βασιλόπουλου
Ένα κύριο καθοριστικό και εμβληματικό σημείο για την Άνδρο είναι η Μονή Παναχράντου ή του Αγ. Παντελεήμονος. Ως προς την Μονή επαναλαμβάνεται συνεχώς θρύλος περί της ιδρύσεώς της από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά. Ο Δ. Πασχάλης καταγράφει απλώς τον θρύλο χωρίς την αποκαλυπτική διάθεση που συνήθως τον διακρίνει. Ο θρύλος αυτός δημιουργήθηκε από απολεσθέν έγγραφο που αντιγράφηκε το 1856 από επίσης χαμένη περγαμηνή αγνώστου συγγραφέως, η δε πλοκή έχει ανάμιξη εποχών, βενετικών τίτλων, τουρκικών φόρων και πληροφοριών που το καθιστούν πλήρως συγκεχυμένο, αντιφατικό και εν τέλει αναξιόπιστο. Κατά την γνώμη μου η αρχική περγαμηνή έχει συνταχθεί τον 17ο αι. Ο Δ. Πολέμης είναι απολύτως σαφής, δεν δίνει καμία σημασία στον θρύλο αυτό, θεωρώντας τον καθαρή μυθοπλασία και πιστεύει ότι η Μονή εγκαθιδρύεται το έτος 1602. Η Τουρκοκρατία έχει αρχίσει το 1579 δηλαδή πριν 23 μόλις χρόνια.
Ο Δ.Πολέμης όμως δεν πρόλαβε να γνωρίσει τα δύο καθοριστικά έργα του Ηλ. Κολοβού καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ειδικευμένου στην Τουρκική περίοδο στον οποίο είχε αναθέσει (ο Πολέμης) την μετάφραση όλων των παλαιών οθωμανικών εγγράφων της Καϊρείου και της Μονής της Αγίας. Στα έργα που δημοσιεύθηκαν από την Καϊρειο «η νησιωτική κοινωνία της Άνδρου στο Οθωμανικό πλαίσιο» Ανδρ. Χρονικά τ. 39 2006 και «οι Μουσουλμάνοι της Άνδρου κατά την οθωμανική περίοδο»2009 σελ.285-308 ο Ηλ. Κολοβός μας αποκαλύπτει μεταφράζοντας τα έγγραφα το εξής ρηξικέλευθο στοιχείο. Οι Οθωμανοί κατά τον 16ο και 17ο αι. όταν το κράτος τους λειτουργούσε με αυστηρότητα απαγόρευαν την ανέγερση νέων εκκλησιών και μονών και ήταν απόλυτοι ως προς αυτό. Επέτρεπαν μόνον την επισκευή μονών ή εκκλησιών σε κατάσταση ερειπώσεως αρκεί τα επισκευαζόμενα να μην υπερέβαιναν σε ύψος τα παλαιότερα. Για κάθε επισκευή ή ανακατασκευή απαραίτητη ήταν απαρεγκλίτως η άδεια του τούρκου Καδή (Το τουρκικό κράτος εμφανίζει στοιχεία παρακμής και σταδιακής διαλύσεως μετά το 1700 οπότε και η εφαρμογή των νόμων παρακάμπτεται με άφθονες δωροδοκίες γεγονός που θα επιτρέψει την αυξανόμενη ναοδομική δραστηριότητα των ορθοδόξων από τα μέσα κυρίως του 18ου αι και εντεύθεν.
Στους πρώτους αυτούς χρόνους που εδραιωνόταν η οθωμανική διοίκηση ζητήθηκε λοιπόν με έγγραφα στοιχεία από τον Τούρκο Καδή η επισκευή (μεταξύ των άλλων) της Μονής Παντοκράτορος στις Γίδες το 1597, η επισκευή της Μονής Αγίας Μαύρας ή Αθανασίου στην Κατάκοιλο το 1596; από μοναχούς οι οποίοι μόλις είχαν εγκαθιδρύσει μοναστήρια και οι οποίοι βεβαίως δεν ζητούσαν να επισκευάσουν τα μόλις ιδρυμένα «νέα»μοναστήρια αλλά τα ερείπια παλαιών μονών στις οποίες είχαν εγκατασταθεί. Από την άλλη πλευρά γνωστό είναι ότι οι Φράγκοι μετά την κατάκτηση της Άνδρου το 1207, κατέσχεσαν την περιουσία της Ορθόδοξης Επισκοπής και των μονών, απέπεμψαν τον Ορθόδοξο Επίσκοπο Άνδρου και αποστέρησαν τις μονές από την έγγεια ιδιοκτησία τους. Άγνωστο παραμένει εάν έδιωξαν και τους μοναχούς αλλά βέβαιο είναι ότι καταδίκασαν σε αφανισμό τις μονές της Άνδρου. Έτσι μετά από 360 ολόκληρα χρόνια Λατινοκρατίας μόνον ερείπια απέμεναν στη θέση τους σε καλύτερη ή χειρότερη κατάσταση. Γνωρίζοντας λοιπόν αφενός την απόλυτη απαγόρευση των Φράγκων στα 360 αυτά χρόνια για ανέγερση οποιουδήποτε κτίσματος ορθοδόξου λατρείας, δηλ. μονής η εκκλησίας και αφετέρου την απαγόρευση των Τούρκων από το 1579 και εντεύθεν, για ανέγερση νέων μονών αυτονόητο είναι το συμπέρασμα ότι οι εγκαθιδρύσεις μονών(μετά το έτος αυτό) αφορούσαν πάντοτε σε παλαιές ερειπωμένες ορθόδοξες μονές και μάλιστα για να κυριολεκτούμε σε βυζαντινά μοναστήρια από τα οποία η Άνδρος ίσως έφθανε την εικοσάδα.
Χωροταξικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία.
Η θέση της Μονής είναι απολύτως απόκρημνη και απόμακρη από γόνιμα εδάφη σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες μονές της Άνδρου εγκαταλελειμμένες ή εν λειτουργία γεγονός που με βεβαιότητα την διαφοροποιεί χρονικά Καταδεικνύει άλλα κριτήρια επιλογής για την ανέγερση της. Τα θεωρώ σαφώς προγενέστερα απ΄ αυτά των άλλων μονών της Άνδρου.
![]() |
Η Μονή βρίσκεται σε θέση καλούμενη Καταφύγιο. Το βουνό ονομάζεται Γερακώνας, στην ευρύτερη περιοχή επιχωριάζει το επίθετο Γερακάρης, στοιχεία για τα οποία οι Πασχάλης και Πολέμης συμφωνούν ότι παραπέμπουν στην ιερακοθηρία και ιερακοτροφία επί των βυζαντινών χρόνων κάτι που συνεχίζεται επί Λατινοκρατίας μέσω του τοπωνυμίου του Φάλικα (από το falco, falcone ). Αυτά κατ΄ εμέ καταδεικνύουν οικιστική δραστηριότητα αφενός ήδη από την βυζαντινή εποχή (10ος αι;) και ενδεχόμενη καταφυγή και προστασία στην περιοχή της Μονής από κατοίκους της Μέσης (Μεσαριάς) πιθανά μετά ή και ταυτόχρονα με την ολοκληρωτική ερήμωση της Παλαιόπολης που λαμβάνει χώρα περίπου τον 7ο αι.
Ως προς τα αρχιτεκτονικά στοιχεία οι εξωτερικές τοιχοποιίες των τειχών της Μονής είναι αφενός παχύτατες-άνω των 3μ.-και αφετέρου παλαιότατες με χρονική απόσταση κατασκευής αιώνων, σε σχέση με τις αντίστοιχες της Μονής της Αγίας που ανεγέρθηκε λίγο πριν το 1571.Οι διπλές καμάρες θυρών στην κατώτατη στάθμη της Μονής παραπέμπουν σε εποχή σαφώς παλαιότερη του 17ου αι. Επιπλέον η είσοδος με την πύλη του πρώιμου τμήματος της Μονής είναι αντίγραφο της εισόδου του Κάτω Κάστρου με την στοά στηριζόμενη σε τρείς καμάρες αλλά με πλήρη αντιστροφή των επί μέρους στοιχείων το εμπρός- πίσω και το δεξιό αριστερά. Ακριβώς όμοια είναι η άμυνα της εισόδου με ένα πύργο άνω της πύλης της Μονής Παναχράντου όπως έχει διαμορφωθεί στην οχυρωματική αρχιτεκτονική από τον 11ο ήδη αι και εντεύθεν. Πιστεύω ότι η Μονή διατηρήθηκε σε πολύ καλή κατάσταση λόγω της άγονης απόμακρης και κρημνώδους θέσεώς της σε σχέση με καλλιεργούμενες εκτάσεις γεγονός που απέτρεψε την αυτόματη μετατροπή των τοίχων της σε οικοδομικό υλικό για τις παραβολές των αιμασιών.
![]() |
Επιβεβλημένη είναι η ανάγκη αποτυπώσεως όλων των εγκαταστάσεων της Μονής ώστε να προκύψουν σαφέστερα συμπεράσματα απ΄ αυτά πού άμεσα προκύπτουν τώρα όπως λ.χ. ότι ο βυζαντινού ρυθμού ναός της Παναχράντου ήταν πιθανότατα προ της μεγάλης επισκευής των μέσων του 18ου αι μία απλή βασιλική (μετά ή άνευ τρούλου).
Το ιστορικό και χωροταξικό πλαίσιο καθώς και ιδιαιτερότητες της Μονής
Θα προσπαθήσουμε συντομότατα να τοποθετήσουμε την σπουδαία αυτή Μονή μέσα στο ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο τον χρόνο της γεννήσεως ή ακριβέστερα της αναγεννήσεώς της που φαίνεται επίσημα τουλάχιστον να έλαβε χώρα το 1602. Η μονή βρισκόταν μέσα σε ένα από τα δώδεκα τιμάρια των Λατίνων της Άνδρου το οποίο ξεκινούσε από τον κάβο Σταρά και προχωρούσε προς ΝΔΔ με βόρειο όριο τον κάμπο του Παραπορτίου, περιλαμβάνοντας τα σημερινά χωριά Λειβάδια, Βραχνού, Λαδινού, Φάλικα, Κουρέλι, Σασά, Αλαδινού, Ζαγανιάρι και έφθανε δυτικά μέχρι την Ζαγορά προχωρούσε νοτιοανατολικά με την Φώκια τον Μελακώνα, τον Φούρνο και την Αμμουδαριά. Περιελάμβανε επίσης το Μέσα και Έξω Βουνί τα Διποτάματα έως την κορυφή όπου οι Στεφάνες και τα Κούρβουλα μέχρι την θάλασσα, κι από κει ΒΔ έως τον Κάβο Σταρά. Μέσα σ΄ αυτό περιλαμβανόταν επίσης και οι σημερινοί οικισμοί του Μέσα, Έξω Βουνίου καθώς και του Συνετίου.
Το μέγα αυτό φέουδο ανήκε όπως φαίνεται μέχρι τα μέσα του 15ου αι στον Giannuli Da Corogna o oποίος τότε εξαφανίζεται από την Άνδρο και πάντως στις αρχές του 16ου αιώνα φεουδάρχης είναι πλέον ο De Camila η De Camillo ή De Camillis μία των δώδεκα μεγάλων φεουδαρχικών οικογενειών της Άνδρου λατινικής προελεύσεως.
Το 1566 απομακρύνεται ο τελευταίος Φράγκος ηγεμόνας από το νησί και η Άνδρος υπό Τουρκική επικυριαρχία υπάγεται στον πορτογαλοεβραίο τραπεζίτη της Κωνσταντινούπολης Ιωσήφ Νάσι ο οποίος νοικιάζει το νησί και αποδίδει τους φόρους στους Οθωμανούς. Ωστόσο παρά την εχθρότητα που εξέτρεφαν οι Οθωμανοί αλλά και ο ίδιος ο Νάσι έναντι των Καθολικών Βενετών και Λατίνων οι μόνοι ικανοί για την συλλογή φόρων με αλώβητο ακόμη το καθεστώς της δουλοπαροικίας, ήταν οι ίδιοι οι Λατίνοι Άρχοντες Έτσι άγνωστο με ποιόν τρόπο ο Νicolό De Camila αναγορεύεται από τις νέες αρχές σε Governador της Άνδρου.
Oι De Camila προσπαθούν να σχοινοβατήσουν μεταξύ των ομόδοξων τους, καθολικών αλλά και των Τούρκων μα και των Ορθοδόξων, που έχουν εν τω μεταξύ επανεγκατασταθεί με την σαφή υποστήριξη των Οθωμανών στην Άνδρο. Ο De Camila λοιπόν συμπεριφέρεται ως μέγας εκπρόσωπος των πάντων. Ανεγείρει και δωρίζει τον καθολικό ναό της Αγ. Αικατερίνης (το 1575 κάτω του νεκροταφείου Χώρας) στην Καθολική Επισκοπή της οποίας η περιουσία μόλις έχει διαρπαγεί από Τούρκους ιδιώτες αλλά και από την Ορθόδοξη Επισκοπή.
Επιμελείται επιδεικτικά του τιμαρίου του ως μέγας άρχοντας. Επιτρέπει όπως ακριβώς έπραξαν ο Filippino Paterio de Grimaldi παραχωρώντας την Καψοράχη για την ανέγερση της Μονής της Αγίας και ο Ζαννής Κοττάκης τον μικρό καταρχάς χώρο για την επανίδρυση της μονής του Αγ Νικολάου στα Σόρα. Επιτρέπει δηλαδή (ο De Camilο) την επανίδρυση και ανακατασκευή του παλαιού βυζαντινού μοναστηριού της Παναχράντου. Και το πράττει όπως ακριβώς έκαναν οι μεγάλοι άρχοντες-βενετοί υπήκοοι-της Κρήτης στις ορθόδοξες μονές επιβάλλοντας το οικόσημό του στο μαρμάρινο περιθύρωμα της εκκλησίας της Μονής και δεύτερον ανεγείροντας δίκλιτο δίκογχο ναό (για τα δύο δόγματα) έξω από την μικρότερη τότε μονή αυτόν του Αγ. Ιωάννη του Θεολόγου που μελέτησε ο καθ. του Πολυτεχνείου Δ. Κωνσταντινίδης. Ο ναός διαχωρίζεται κατά τον κατά μήκος άξονα με καμάρες που στηρίζονται σε λεπτές αναγεννησιακού τύπου κολόνες. Παρόμοιου σκοπού προσευχητάριο προσκολλημένο στο καθολικό του Ναού της Ζωοδόχου Πηγής (Αγίας) είχε ανεγείρει ο δωρητής Πατέριο Ντε Γκριμάλντι ώστε να έρχεται να προσεύχεται ο ίδιος στην Αγία, το οποίο δυστυχώς δεν σώζεται σήμερα (μνημονεύεται από τον Πασχάλη).
Ο θυρεός είναι μοναδικός, με χρονολογία 1602 με τρία τριαντάφυλλα στο κάτω μέρος του μεταλλίου και ένα σταυρό στο ανώτερο (παρόμοιο σώζεται στον Αγ. Ιωάννη Θεολόγο της Κατακοίλου με χρονολογία 1626 επίσης στο άνω μέρος του περιθυρώματος).
Το 1602 οι De Camila διασώζουν ακόμη άνετα την κοινωνική τους ισχύ και προβάλλονται όσο μπορούν. Μέσα στο ίδιο τιμάριο ένας άλλος δίκλιτος δίκογχος ναός αυτός των Αγ. Πάντων στα Λιβάδια στηρίζει τις καμάρες του όχι σε πέτρινους πεσσούς αλλά επίσης σε αναγεννησιακές μαρμάρινες κολόνες ακριβώς όμοιες με αυτές του Αγ Ιωάννου του Θεολόγου. Είναι οι μοναδικές δίκλιτες δίκογχες της Άνδρου με αυτήν την ιδιαιτερότητα που τις προσδιορίζει χρονικά στην αρχή του 17ου αιώνος. ( Ο Μ. Ταξιάρχης της Χώρας δίκλιτος δίκογχος ναός των Καπουτσίνων που ξανακτίσθηκε το 1701-1706 απέκτησε τότε τις μαρμάρινες κολόνες τύπου baroque καταδεικνύοντας και προσδιορίζοντας την χρονική διαφορά του με αυτή των ναών του Αγ. Ιωάννου Θεολόγου και Αγ. Πάντων σε ένα ακριβώς αιώνα).
Περίπου την ίδια εποχή ο Νicolo De Camila κτίζει το γεφύρι της Στοιχειωμένης (συγκεκριμένα υπάρχει συμβόλαιο του 1585 στο οποίο αναφέρεται το γεφύρι) και κατασκευάζει δρόμο από το γεφύρι προς το εσωτερικό του τιμαρίου τους ενώ από την άλλη πλευρά (αδιαφορώντας) επιδεικτικά αφήνει ένα ταπεινό μονοπάτι προς Μεσαριά και Κ. Κάστρο. Μετά την εγκαθίδρυση της Μονής το 1602 οι μοναχοί για γρηγορότερη πιθανόν κάθοδο προς Μεσσαριά κατασκευάζουν (το γνωστό μας) μονοπάτι που φθάνει ακριβώς δίπλα στο γεφύρι ώστε να επωφεληθούν της χρήσεώς του.
Το 1634 δύο τουλάχιστον μέλη της επιφανούς οικογενείας των De Camila στραγγαλίζονται από τους Τούρκους στην οικία του τούρκου Καδή και τα πτώματά τους ρίχνονται στον δρόμο όπου μένουν άταφα για ένα τριήμερο (δίπλα στον Αγ. Ανδρέα). Κατόπιν οι De Camila εγκαταλείποντας την Άνδρο μετεγκαθίστανται στην Πάρο και Μύκονο, όπου θα διακριθεί ο ιερέας Giovan-Antonio de Camillis. Η Μονή παύει κάθε σχέση με τους μόλις χθες καθολικούς άρχοντες και αναπτύσσεται ιδιοκτησιακά κατά κανόνα εντός των ορίων του πάλαι ποτέ τιμαρίου των De Camila.
![]() |
Η Μονή Παναχράντου έχει ένα μέγιστο πλεονέκτημα παραμένει σχεδόν ακέραια όπως ήταν, έχοντας ελαφρά ψηλώσει και επεκταθεί. Είναι κατά την γνώμη μου, το μοναδικό βυζαντινό μοναστήρι της Άνδρου που επέζησε χωρίς ιδιαίτερα σοβαρές αλλοιώσεις και μετατροπές κατά την επανίδρυσή του. Αυτή η μοναδικότητα είναι ο πλούτος του, η ταυτότητά του η σπανιότητά του, πρέπει να διαφυλαχθεί ως κόρη οφθαλμού χωρίς ψιμύθια και καινοφανή στολίδια. Δεν τα έχει ανάγκη.
Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση Βιβλιογραφία
Δημητρίου Βασιλειάδη
«Αι επιπεδόστεγοι μεταβυζαντιναί βασιλικαί των Κυκλάδων»
Επετηρίς Εταιρείας Κυκλαδικών Μελετών τομ. Β΄ 1962 σελ.319-645
Ιωάννη Βογιατζίδου
«Γλώσσα και Λαογραφία της Νήσου Άνδρου»
Ανδριακά Χρονικά τ. 4, 5 και 6 1951
Νικόλαου Γκιολέ
«ανασκαφές στην παλαιοχριστιανική βασιλική της Αγοράς στην Παλαιόπολη της Άνδρου»
Εύανδρος Καϊρειος -2009
Ολγας Γκράτζιου
«η Κρήτη στην ύστερη μεσαιωνική εποχή – η μαρτυρία της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής»
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2010
Αλεξάνδρας Γουλάκη-Βουτυρά
«Μαρμάρινα τέμπλα της Άνδρου»
Καϊρειος Βιβλιοθήκη 2001
Γεωργίου Δημητροκάλλη
«Ένας δίκογχος ναός στην Άνδρο: η Παναγία των Απατουρίων»
Άγκυρα 2 Καϊρειος 2004 σελ.39-54
Εμμ. Καλλέργη
«Οικόσημα και τοπωνύμια των Καλλεργών στην Κρήτη» Πεπραγμένα του Ζ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου –Ρέθυμνο 1991 τ.Β1 Ρέθυμνο 1995
Λεωνίδα Καλλιβρεττάκη
«Σύντομη επισκόπηση της Λατινοκρατίας στις Κυκλάδες (1205-1579)
ΚΥΚΛΑΔΕΣ Ιστορία του τοπίου και τοπικές ιστορίες
Κ.Ε.Ρ.Α Ε.Ι.Ε
ΥΠΕΧΩΔΕ 1998
Εμμανουήλ Καρπαθίου
«η Λατινική Προπαγάνδα και αι Κυκλάδες κατά τον ΙΗ΄αι.»
εκδ. Ι. Ράμφου 1936
Ηλία Κολοβού
«η νησιωτική κοινωνία της Άνδρου στο Οθωμανικό πλαίσιο»
Ανδριακά Χρονικά τ. 39 Καϊρειος Β. 2006
Ηλία Κολοβού
«οι Μουσουλμάνοι της Άνδρου κατά την οθωμανική περίοδο»
Ευανδρος Καϊρειος 2009 σελ.285-308
Ηλία Κολοβού
«Ραγιάδες και Φράγκοι στην Πύλη του Σουλτάνου. Η κοινωνία της Άνδρου το 1564
και η οθωμανική κεντρική διοίκηση»
Άγκυρα 2 Καϊρειος 2004 σελ.55-88
Χαρ. Κουτελάκη
«η Αρχιτεκτονική έκφραση της φιλενωτικής πολιτικής στα ‘Μοναστήρια’ της Τήνου»
Δημ. Κωνσταντινίδη
«ο Μέγας Ταξιάρχης στο Κάστρο Χώρας Άνδρου»
Τεχνικά Χρονικά τ.2 Απρ. 1962
Δημητρίου Κωνσταντινίδη
«η ιδιότυπος μορφή του ναού του Αγ. Ιωάννου της Μονής Παναχράντου εν Ανδρω»
ανάτυπον εκ των Τεχνικών Χρονικών τ. 363-364 1954
William Miller
«Η ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα 1204-1566»
μετάφρ. Άγγ. Φουριώτη
εκδ. Ελληνικά Γράμματα 1960
Ιάκωβου Ναυπλιώτη-Σαραντηνού
«οικόσημα της εποχής των Δουκών της Νάξου»
«Το Δουκάτο του Αιγαίου»
Ακαδημία Αθηνών ΚΚΕΚ/12 Ε.Ι.Ε. διεθνή συμπόσια 20 σελ.387-437
Α. Ορλάνδου
«οι μεταβυζαντινοί ναοί της Πάρου» ΑΒΜΕ 9 1961.
Αν. Ορλάνδου
«Βυζαντινά μνημεία της Άνδρου»
Ανδριακά Χρονικά Νο 7 1956 «Εστία»
Νικόλαου Παναγιωτάκη
«Ανδριώτες ναυτικοί στη Βενετία στα μέσα του 16ου αι.»
Ανδριακά Χρονικά 21 1991 σελ.143-153
Αναστασία Παπαδία-Λάλα
«ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο
της Βενετοκρατίας 13ος-18ος αι.» Ε.Ι.Β.Μ.Σ.Β. Βενετία 2008
Δημητρίου Πασχάλη
«Η Δυτική Εκκλησία εις τας Κυκλάδας επί Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας»
Ανδριακά Χρονικά τ. 2-3 1948
Δημητρίου Πασχάλη
«Μονή της Ζωοδόχου Πηγής ή Αγίας»
Ανδριακά Χρονικά τ. 10 1961
Δημητρίου Πασχάλη
«Τοπωνυμικόν της Νήσου Άνδρου»
Εστία 1933
Δημητρίου Πασχάλη
«Η εν Άνδρω Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου επικεκλημένη της Παναγίας Παναχράντου»
Δημητρίου Πασχάλη
«Δώδεκα εν Άνδρω Βυζαντινά Μοναστήρια»
ανάτυπον εκ του ΙΒ΄τόμ. της Ε.Ε.Β.Σ. Εστία
Δημητρίου Πολέμη
«ανέκδοτα ανδριακά έγγραφα του 16ου αι.»
Ανδριακά Χρονικά τ. 30 ΚαΪρειος 1999
Δημητρίου Πολέμη
«Μοναστηριακά του Αγ. Νικολάου»
Ανδριακά Χρονικά τ. 32 ΚαΪρειος 2001
Δημητρίου Πολέμη
«Οι Αφεντότοποι της Άνδρου»
Πέταλον 2 -Παράρτημα
Καϊρειος Βιβλιοθήκη Άνδρος 1995
Δημητρίου Πολέμη
«η Μονή Παντοκράτορος κατά τον 17ο αι»
Πέταλον 7 1999 σελ.5-54
Δημητρίου Πολέμη
«Από την εποχήν της παρακμής της Δυτικής Επισκοπής Άνδρου (1591-1648)»
«Θησαυρίσματα» τ.20 (1990) σελ. 253-299 Βενετία 1990
Δημητρίου Πολέμη
«Πέτρου Ντε Μάρκις - Έκθεσις περί της εν Άνδρω Δυτικής Εκκλησίας .1624»
Λατίνου Επισκόπου Σαντορίνης
Ανάτυπον εκ της Ε.Ε.Κ.Μ. τόμ. Ζ΄ 1968
Δημητρίου Πολέμη και Μάρκου Φώσκολου
«Το Αρχείον της Καθολικής Εκκλησίας Άνδρου»
ανάτυπον εκ του τόμ. ΜΖ΄ της Ε.Ε.Β.Σ. 1988
Δημητρίου Πολέμη
«Παρατηρήσεις εις το τοπωνυμικόν της Άνδρου»
Πέταλον τ.3, τ.4, τ.5, τ.6 και τ.7 Καϊρειος Βιβλιοθήκη
Guillaume Saint-Guillain
« Ιππότες, Φεουδάρχες, Αστοί και άλλοι υποτελείς- οι μορφές κοινωνικής υπεροχής
στις δεσποτείες των Κυκλάδων (13ος-15ος αι)»
Το Δουκάτο του Αιγαίου
Ακαδημία Αθηνών ΚΕΕΚ/12 Ε.Ι.Ε. Διεθνή Συμπόσια 20 2009 σελ.123-147
Ben Slot
«η Άνδρος στα 1670»
Ανδριακά Χρονικά 21 1993 σελ. 177-185
Σίμου Συμεωνίδη
«Ανδριακά ιστορικά έγγραφα από ιταλικές αρχειακές πηγές»
Ανδριακά Χρονικά 22 Καϊρειος Βιβλιοθήκη. 1994
Σίμου Συμεωνίδη
«οι εκχριστιανισμοί Μωαμεθανών στις Κυκλάδες αίτιο κατηγορίας στις διαμάχες
των Καθολικών»
ανάτυπο Τόμος ΙΒ΄ Ε.Ε.Κ.Μ. 1995
Μαρίας Φινέ
«Μεταβυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική στις Κυκλάδες»
ΚΥΚΛΑΔΕΣ Ιστορία του τοπίου και τοπικές ιστορίες
Κ.Ε.Ρ.Α. Ε.Ι.Ε
ΥΠΕΧΩΔΕ 1998
Μαρίας Φινέ
«Πολεοδομική συγκρότηση των παραδοσιακών οικισμών των Κυκλάδων»
ΚΥΚΛΑΔΕΣ Ιστορία του τοπίου και τοπικές ιστορίες
Κ.Ε.Ρ.Α. Ε.Ι.Ε.
ΥΠΕΧΩΔΕ 1998
π. Μάρκου Φώσκολου
«ο επίσκοπος Τήνου Γ. Περπινιάνης και η Καθολική Επισκοπή Άνδρου»
Ευανδρος Καϊρειος 2009 σελ.345-362
π. Μάρκου Φώσκολου
«η Καθολική Εκκλησία Άνδρου κατά τον 18ο αι. –Αλληλογραφία Βικαριάτου
Άνδρου» του Αρχείου της Καθολικής Αρχιεπισκοπής Νάξου
Άγκυρα 2 Καϊρειος 2004 σελ.265-329
π. Μάρκου Φώσκολου
«Ανδριακά έγγραφα του 16ου-18ου αι: Ο φάκελλος 23 του Αρχείου της μονής Αγίας Άνδρου»
Άγκυρα 3 Καϊρειος 2010
Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία
Leonardo Benevollo
«Histoire de la ville»
(La formation de l’ environnement médiéval)
Ed. Parenthèses
Bibliothèque franciscaine de Paris
«Capucins a Andros» Fiches dans l’inventaire de la bibliothèque provinciale franciscaine de Paris . Pénétration missionnaire en Grèce
Alain Charre
«Urbanisme et fortifications au Moyen Age»
Editions Universitaires de Lyon 1981
D. Jakoby
«La feodalite en Grece medievale –Les Assises de Romanie»
ed Mouton Paris La Haye 1971
Lavedan-Hugueney
«L’Urbanisme au Moyen Age»
Editions Flammarion 1992
Jacques-Xavier Portier
«Lettres édifiantes et Curieuses Notes Géographiques et Historiques 1700»
Εκδόθηκε στο Παρίσι από τον επίσης ιησουϊτη κληρικό M.L. Aime-Martin το1838
Guillaume Saint-Guillain
«Deux iles grecques au temps de l’ Empire Latin. Andros et Lemnos au XIII s.»
extrait M.E.F.R.M. tome 113 2001 ‘
Daniel Schweiz
Chateaux et Forteresses au Moyen Age
Editions CLD 2006
Ben Slot
«Arhipelagus Turbatus : Les Cyclades entre colonisation Latine et occupation Ottomane c.1500-1718»
Leiden 1987
Pitton de Tournefort
«Relation d’un voyage au Levant par ordre du Roi»
Paris Imprimerie Royale 1717
Τh. Veyrin-Forrer
«Precis de l’ Heraldique»
Larousse 2004
Cl. Wenzler
«Le guide de l’ héraldique»
Ouest France 2008