Με ένα σμπάρο τρία… «τρυγόνια»!…

Γράφει η Δανάη Μπασαντή
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα ο Άγιος Γεώργιος άρχισε να γεμίζει ασφυκτικά. Τα τρία αδέρφια είχαν πιάσει από νωρίς στασίδι στα αριστερά του ιερού. Η μεγάλη βαστούσε την λαμπάδα του τετράχρονου αδερφού της και η μεσαία τον συγκρατούσε για να μην κλοτσάει το σκαμπό της διπλανής κυρίας, η οποία συνεχώς τους έριχνε επικριτικές ματιές.
- «Τόνια, να δώσουμε στον μικρό την λαμπάδα του; Έχει λυσσάξει!» ρώτησε η δεκατετράχρονη Νίκη.
- «Για να μας κάνει όλους παρανάλωμα; Δεν μιλάς σοβαρά!» της αποκρίθηκε η δεκαπεντάχρονη αδερφή της.
- «Σσστ!» τους κεραύνωσε η μπροστινή κυρία.
- «Τι τσιτώνει αυτή; Θα χάσει κανένα εδάφιο από τον παπά Λεωνίδα;» μουρμούρισε η Τόνια συνωμοτικά στην Νίκη.
- «Έχει τις “γκρούπι” του ο παπάς!» σάρκασε η Νίκη, ενώ ο μικρός στηρίχτηκε στην καρέκλα της.
- «Ησύχασε!» τον μάλωσε η Τόνια, «Σε λίγο κοντεύει η ανάσταση.»
Εκείνη την ώρα ο παπάς ξεκίνησε με φορά από το ιερό και κατευθύνθηκε με γρήγορες δρασκελιές στην εξώθυρα. Την σφάλισε με την βοήθεια του καντηλανάφτη και όλοι οι πιστοί σηκώθηκαν από τα καθίσματα τους. Στη συνέχεια ο παπάς χτύπησε με ένα ξύλο την κλειστή πόρτα κι όλοι οι παραβρισκόμενοι απάντησαν χτυπώντας δυνατά τα καθίσματα τους. Ο παπάς επανέλαβε το χτύπο μερικές φορές και η ομοβροντία όλων αντήχησε ξανά στο ναό.
Τέλος η πόρτα άνοιξε πάλι και όλος ο κόσμος κίνησε προς τα έξω. Τα δυο κορίτσια δεν κουνήθηκαν. Πρώτη φορά έκαναν ανάσταση στην Χώρα και δεν γνώριζαν τις συνήθειες του νησιού.
- «Τι συμβαίνει; Δεν θα μοιράσει το άγιο φως;» ρώτησε η Τόνια έναν περαστικό.
- «Πρώτα πάμε έξω και έπειτα μας φέρνει ο παπάς το φως στο προαύλιο.» της εξήγησε εκείνος.
- «Άσε θα βγούμε τελευταίες. Να μην στριμωχτούμε…» συμβούλεψε η Νίκη την αδερφή της. Έτσι παρέμεναν στη θέση τους μέχρι που άδειασε ο χώρος. Έπειτα σηκώθηκαν και βγήκαν έξω.
Στο προαύλιο του Αγίου Γεωργίου από την δεξιά πλευρά που ήταν ο πεζόδρομος είχε μαζευτεί όλοι η ενορία. Ενώ στην αριστερή πλευρά, προς την θάλασσα, όπου υπήρχε ένα μεγάλο παρτέρι με δέντρα, δεν είχε ψυχή. Οι δύο αδερφές κοιτάχτηκαν.
- «Πάμε στην ανοιχτοσιά να κάτσουμε. Γιατί από την άλλη θα μας πατήσουν.» πρότεινε η Νίκη.
Η μεγάλη συμφώνησε και πήγαν προς τα εκεί. Πριν προλάβουν να πλησιάσουν ήχησαν οι καμπάνες της Παναγίας της Θεοσκέπαστης που βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, ακριβώς κάτω από τον Άγιο Γεώργιο. Δεκάδες πυροτεχνήματα εκτοξεύτηκαν από την Θεοσκέπαστη κάνοντας την νύχτα μέρα! Ο παπα-Μιχάλης της Παναγίας, είχε κάνει γενναίες προμήθειες βεγγαλικών για μεγάλο νταβαντούρι. Ο τετράχρονος μαγεμένος από το θέαμα, ξέφυγε από το χέρι της Νίκης και χύμηξε μέσα στο παρτέρι φωνάζοντας:
- «Φώτα, φώτα! Κοίτα! Κοίτα!»

Εκείνη την στιγμή ακούστηκαν και οι καμπάνες του Αγίου Γεωργίου. Ξάφνου ο καντηλανάφτης, ένας μουγκός και κάπως ιδιόρρυθμος ανθρωπάκος που οι περισσότεροι στο νησί τον αποκαλούσαν τρελό, όρμησε έντρομος προς τις δύο αδερφές και τις έσπρωξε μακριά από το παρτέρι. Κουνούσε έντονα τα χέρια του και κάτι τους έδειχνε. Τα δύο κορίτσια σάστισαν. Και τότε η Νίκη κατάλαβε!
«’Άγγελε! Άγγελε!! Βγες! Βγες τώρα από το παρτέρι!» η Νίκη έτρεξε προς το παρτέρι μα ο καντηλανάφτης την εμπόδισε να μπει. Οι κοπέλες πανικόβλητες φώναζαν τον μικρότερο αδερφό τους. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου η Νίκη πήδηξε και τράβηξε το τετράχρονο από την πρασιά ενώ το πρώτο σμπάρο έσκαγε στο σημείο που προηγουμένως περπατούσε το αγοράκι!
Τα τρία αδέρφια έτρεξαν προς την αντίθετη κατεύθυνση μπροστά στα μάτια όλης της ενορίας που παρακολουθούσε με απάθεια όλο το σκηνικό. Τα σμπάρα που ήταν θαμμένα στο παρτέρι συνέχισαν να εκρήγνυνται το ένα μετά το άλλο για ώρα. Το χώμα πεταγόταν παντού και ο θόρυβος έπνιγε τις ψαλμωδίες του Χριστός Ανέστη που έρχονταν από τα μεγάφωνα της εκκλησίας. Η Νίκη τρέμοντας πήρε αγκαλιά τον μικρό αδερφό της. Η Τόνια του φίλησε το κεφαλάκι.
- «Παραλίγο! Ο καντηλανάφτης τον έσωσε!» ψέλλισε η Νίκη ταραγμένη σφίγγοντας τον Άγγελο πάνω της. Η Τόνια γύρισε προς τον κόσμο που τους έριχνε αδιάφορα βλέμματα.
- «Για όνομα του θεού! Θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί το παιδί! Και δεν είπατε τίποτα!» φώναξε μα κανείς δεν της απάντησε.
- «Πάμε να φύγουμε!» την παρακίνησε η αδερφή της.
Τα δύο κορίτσια επέστρεψαν στο σπίτι τους χωρίς διάθεση να γιορτάσουν εκείνη την Λαμπρή. Πιο πολύ όμως από την αγωνία και τον τρόμο που βίωσαν οι δύο αδερφές δεν μπορούν να ξεχάσουν την αδιαφορία όσων ήξεραν για τα σμπάρα και δεν τους προειδοποίησαν. Ευτυχώς η έγκαιρη παρέμβαση του καντηλανάφτη τους έσωσε από μεγάλο κακό… Αυτοί που μιλούσαν σιώπησαν μπροστά στο κίνδυνο. Και εκείνος που δεν μίλαγε έβγαλε βουβή κραυγή και έσωσε το παιδί….
Τα χρόνια πέρασαν και περνάνε. Από τότε κάθε φορά που τυχαία η Τόνια ή η Νίκη διασχίζουν το πεζόδρομο της Χώρας και φτάνουν στο προαύλιο του Αγίου Γεωργίου, με το μικρό παρτέρι, ο κρότος των σμπάρων από εκείνο το βράδυ αντηχεί ακόμα στα αυτιά τους.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το παραπάνω αφήγημα είναι από πραγματικό περιστατικό και συνέβη το 2009 στην Χώρα της Άνδρου