Port Elizabeth: "Σε τούτο το τ...
Επιμέλεια: Διαμαντής Μπασαντής   Το πλοίο Zanet II και η εφημερίδα του Πορτ-Ελίζαμπεθ της επομένης μέρας (10/9/91). Πρώτο θέμα η σωτηρία του πλοίου από το τεράστιο ρυμουλκό John Ross στο ανατολικό ακρωτήριο. (Με τον ανδριώτη καπετάν-Νίκο G. γνωριζόμαστε αρκετά χρόνια. Έχουμε μιλήσει πολλές φορές. Και είχε  προσφερθεί να βοηθήσει στο Εν Άνδρω. Του ζητήσαμε μια ιστορία από τα μπάρκα του. Την υποσχέθηκε. Και πριν δύο μήνες ένα απόβραδο στο Νειμποριό σε ένα απόμερο τραπεζάκι την διηγήθηκε με τρόπο μοναδικό, παραστατικό. Την ξαναζούσε καθώς την αφηγείτο. Συγκινημένος και μερικές φορές δακρυσμένος. Λόγος κοφτός, αλλά και περιγραφικός. Λόγος προφορικός. Διάλογοι ζωντανοί. Μια ιστορία που μ' άφησε με ανοιχτό στόμα. Εικόνες μιας περιπέτειας που ξεπερνούσαν ακόμα και σενάριο ταινίας του Χόλυγουντ. Όταν τέλειωσε είμαστε και οι δύο συγκινημένοι. Κάθισα την επόμενη μέρα και απομαγνητοφώνησα την ιστορία του. Κάνοντας και το απαραίτητο editing. Την έστειλα σε word. Την διόρθωνε μέρες. Πρακτικά την ξανάγραψε από την αρχή. Την παρέδωσε εκτενέστερη και... χειρόγραφη! Έπρεπε να την ξαναγράψω. Αλλά και να κρατήσω μερικά δραματοποιημένα στοιχεία του προφορικού λόγου της πρώτης γραφής. Μαζί με το χειρόγραφό έδωσε και υλικό από την περιπέτεια. Ένα μέρος το φωτογράφησα, άλλο το σκάναρα και σε 2-3 περιπτώσεις έφτιαξα κολάζ φωτογραφίες κι εφημερίδες. Μια ζωή στα άκρα, μια ζωή στα όρια, η ζωή των ναυτικών της Άνδρου, για την οποία λίγα είπαν αυτοί κι ακόμα λιγότεροι ασχολήθηκαν μαζί τους... Όταν ήμουν έτοιμος για την δημοσίευση ζήτησε... να μην δημοσιευτεί!!! Παρά μόνο στο προσεχές βιβλίο μου για την Άνδρο! Ο λόγος; Η έμφυτη σεμνότητα των ναυτικών της Άνδρου, που ότι έζησαν δεν θέλουν να τα λένε. Δεν είναι καλοί στα λόγια. Δεν τους απασχολεί η δημοσιότητα. Και όταν μιλάνε καταγράφουν συγκινημένοι μια ζωή στα άκρα, μια ζωή στα όρια. Υπάρχουν πολλές ιστορίες για τις γυναίκες των ναυτικών και τη ζωή τους. Γι' αυτές γράφτηκαν και μυθιστορήματα και γυρίστηκαν ταινίες. Όμως για τους ναυτικούς που έγραψαν τη ιστορία του νησιού - σε όλα τα πέλαγα και τους ωκεανούς - υπάρχουν είναι λίγα. Γιατί ποτέ δεν κατέγραψαν και οι ίδιοι πολλά.  Την ιστορία αυτής της σιωπής την έζησα από παιδί στο σπίτι μου. Η μάνα έλεγε πολλά. Ο πατέρας λίγα. Η  μάνα διεκτραγωδούσε τη ζωή της στο πλάι ενός ναυτικού. Ο πατέρας δεν μιλούσε. Μερικές φορές έφηβος πηγαίνοντας μαζί του για την βάρδια του στο καράβι ξανοίχτηκε και μου είπε μερικές ιστορίες. Δεν τις κατέγραψα. Τις θυμάμαι σκόρπιες: μέτραγε 40 χρόνια θάλασσα και τρία ναυάγια!!! Να γιατί σήμερα κάθομαι και μαζεύω σαν κοχύλια, αστερίες ή μαργαριτάρια, αυτές τις ιστορίες των ναυτικών της Άνδρου. Μια μέρα θα τις κάνω βιβλίο: στη μνήμη του πατέρα, αλλά και αναφορά στην άγνωστη ιστορία της Άνδρου. Στην ιστορία που υποκρύπτεται πίσω από εκείνον τον χαιρετισμό του Αφανή Ναύτη στη Ρίβα, στην άκρη της Χώρας. Και για την οποία ιστορία κανείς δεν μιλάει... Χρειάστηκε ώρα πολύ να κάμψω την άρνηση του καπετάν-Νίκου για την δημοσίευση. Δέχτηκε πλήρη δημοσίευση στο προσεχές βιβλίο, αλλά στο site τόνισε πως ήθελε την ιστορία χωρίς το όνομα του. Αποδέχτηκα τον περιορισμό. Έτσι δεν υπάρχει το πλήρες όνομα του καπετάνιου. Ούτε οι προσωπικές φωτογραφίες του στη δημοσίευση που ακολουθεί και αναφέρεται "σε κείνο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού..." Υπάρχουν όμως φωτογραφίες του πλοίου, των εφημερίδων του Πορτ Ελίζαμπεθ, τα SOS και αρκετά άλλα. Αυτή είναι η ιστορία μιας δύσκολης αφήγησης. Ακολουθεί η καταγραφή μιας απίστευτης περιπέτειας... - Δ.ΜΠ.)  Το πλοίο των 18.000 τόνων (170 μέτρα μήκος) που βρέθηκε ακυβέρνητο στο νότιο άκρο της Αφρικής. Είναι αρχές Αυγούστου 1991. Βρίσκομαι στην Άνδρο για διακοπές με την οικογένεια μου. Με καλούν από την εταιρεία που εργαζόμουν ως πλοίαρχος και ζητούν να φύγω για Νότια Αφρική να παραλάβω ένα καινούριο πλοίο. Στις 10 Αυγούστου βρίσκομαι στο αεροδρόμιο του Ελληνικού για να πετάξω στο Ντάρμπαν μέσω Ναϊρόμπι και Γιοχάνεσμπουργκ. Μπαίνοντας κοιτάζω τις πτήσεις. Καθώς κοιτάζω με πλησιάζει ένας νεαρός και με ρωτάει: «είστε ο καπετάν Νίκος ;» Απαντώ: «ναι. Εσείς ποιος είστε;» Και μου λέει: «είμαι ο υποπλοίαρχος που θα έρθει μαζί σου». Δίπλα του μια μαυροφορεμένη γυναίκα που καταλαβαίνω πως είναι η μάνα του. Πλησιάζει και με χαιρετάει. Και μου λέει: «καπετάνιε πρόσεχε το παιδί μου. Έχασα τον άντρα μου πριν δύο χρόνια. Είχε ένα μικρό μότορσιπ και σε ένα ταξίδι έπεσε και σκοτώθηκε. Σε παρακαλώ το παιδί μου και τα μάτια σου». Της το υποσχέθηκα. Την χαιρέτισα. Και μπήκαμε στο αεροπλάνο. Φθάνοντας στο Ναϊρόμπι της Κένυας, που ήταν ο ενδιάμεσος σταθμός μας ειδοποιούν πως υπάρχει πρόβλημα με τα πηδάλια του αεροπλάνου και θα περιμένουμε στο αεροδρόμιο να μας στείλουν από την Ευρώπη ανταλλακτικό. Μας έβαλαν σε ένα πούλμαν για να πάμε στο ξενοδοχείο. Στη διαδρομή μου λέει ο Αλέκος, ο υποπλοίαρχος: «Γκαντεμιά καπετάνιε» και κάνει τον σταυρό του. Του απαντώ: «Τα πιστεύεις αυτά Αλέκο;» Και ανταπαντά: «Ναι καπετάνιε τα πιστεύω και κάνε κι εσύ τον σταυρό σου». Γυρίζω και λέω: «Όλα θα πάνε καλά μην ανησυχείς». Την επομένη πετάξαμε για τον προορισμό μας.  Η περιγραφή διάσωσης του Zanet II από το John Ross την επομένη στην εφημερίδα "Post" του Πορτ-Ελίζαμπεθ. Το πλοίο ήταν ένα φορτηγό 18.000 τόνων, 6 ετών, γενικού φορτίου. Μετά από λίγες μέρες το παραλάβαμε και υπό την εποπτεία ενός αρχιμηχανικού κάναμε μερικές επισκευές στη μηχανή γιατί διαπιστώσαμε αρκετά τεχνικά προβλήματα. Και φύγαμε για Κέιπ-Τάουν όπου θα φορτώναμε σίδερα και γενικό φορτίο για Άπω Ανατολή. Λόγω των τεχνικών προβλημάτων ο αρχιμηχανικός ακολούθησε το πλοίο με σκοπό να συνεχίσουμε τις επισκευές. Στο Κέιπ-Τάουν κάτσαμε περίπου 15 μέρες για την φόρτωση. Κατά περίεργο τρόπο μετά τη συζήτηση του υποπλοιάρχου στο Ναϊρόμπι μου δημιουργήθηκε ένα κακό προαίσθημα. Μια παράξενη ανησυχία με είχε κυριεύσει με αποτέλεσμα να είμαι υπερβολικά προσεκτικός με την φόρτωση, πολύ δε περισσότερο που είχαμε φορτίο το οποίο θεωρείται δύσκολο και επικίνδυνο στην μεταφορά του. Φύγαμε στις 7 Σεπτέμβρη για Ντάρμπαν για να συμπληρώσουμε το φορτίο με πολύ κακό καιρό. Το απόγευμα της ίδιας μέρας ο καιρός φρέσκαρε στα 10 μποφόρ με ιδιαίτερα υψηλό κυματισμό, που έφθανε τα 10 μέτρα, με αποτέλεσμα το πλοίο να κλυδωνίζεται και να  κοπιάζει ιδιαίτερα. Αποφάσισα να αγκυροβολήσω κάτω από το ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας για προστασία μέχρι να καλυτερεύσει ο καιρός. Δυστυχώς ο καιρός άλλαξε και μην μπορώντας να κρατηθώ στο αγκυροβόλιο αποφάσισα να συνεχίσω το ταξίδι. Το ισχυρό θαλάσσιο ρεύμα Aguilhas στη Νότιο Αφρική. Τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου ο καιρός χειροτέρευσε και ο κυματισμός έφτανε τα 15 μέτρα σκεπάζοντας το πλοίο! Η περιοχή αυτή είναι από τις χειρότερες του κόσμου γιατί δημιουργείται πολύ υψηλός κυματισμός με τα λεγόμενα freak-waves. Δηλαδή, κύματα φρίκης. Αυτό λόγω του αντίθετου προς τον άνεμο δυνατού θαλάσσιου ρεύματος της περιοχής, που λέγεται Agulhas (Αγκούλας). Το θαλάσσιο ρεύμα Αγκούλας «ταξιδεύει» με 6 μίλια την ώρα και κινείται νότια κατά μήκος της ανατολικής ακτής της Αφρικής.  Το πρώτο βράδυ πηγαίναμε πολύ σιγά με μεγάλη προσοχή. Το πλοίο ταλαιπωρείτο αφάνταστα.  Την επόμενη μέρα το πρωί βρισκόμουν  ανοικτά από το ακρωτήριο St. Francis, Το ακρωτήριο St.Francis είναι πριν από το Πορτ-Ελίζαμπεθ. Είναι μια άγρια και βραχώδης ακτή. Eίναι το πιο επικίνδυνο σημείο της περιοχής. Στις 7:58 το πρωί μέσα σε αυτή την καταιγίδα σταματά ξαφνικά η μηχανή και μένουμε ακυβέρνητοι! Το πλοίο διπλαρώνει στον κυματισμό και η κατάσταση γίνεται τραγική. Προσπαθώ να βρω τον αρχιμηχανικό στο μηχανοστάσιο μέσω τηλεφώνου, αλλά είναι αδύνατο να ανέβει στο control room για να μιλήσουμε. Αγωνία και τρόμος επικρατεί. Μέλη του πληρώματος προσπαθούν να έρθουν στη γέφυρα, αλλά λόγω των ισχυρών κλυδωνισμών και κραδασμών του πλοίου ξαπλώνουν στους διαδρόμους και στις εσωτερικές σκάλες. Η περιοχή του απίστευτου ταξιδιού: Από το Cape Town μέχρι το Cape St. Francis και το Port Elizabeth.. Μετά από μισή ώρα σερνάμενος φτάνει στη γέφυρα ο αρχιμηχανικός τρομοκρατημένος και λέει: «Καπτα-Νίκο έχουμε πολύ μεγάλο πρόβλημα, σπάσανε οι βαλβίδες και κόλλησαν τα έμβολα. Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ο κόσμος κάτω στο μηχανοστάσιο κινδυνεύει να σκοτωθεί γιατί έχουν αρχίσει να αποσπώνται εξαρτήματα και ανταλλακτικά της μηχανής και να μετακινούνται επικίνδυνα. Θα πνιγούμε…» Του απαντώ: «δεν θα πνιγούμε. Ηρέμησε. Θα τα βρούμε…» Ξάπλωσε στη γέφυρα κι άρχισε να κλαίει και να φωνάζει τα ονόματα των παιδιών του. Προσπαθώ να τον ηρεμήσω, ενώ παράγγειλα όλο το πλήρωμα με τα σωσίβια του να μαζευτεί στο σαλόνι μου, κάτω ακριβώς από την γέφυρα. Προσπάθησα να είμαι ήρεμος και ψύχραιμος όταν κατέβηκα να τους δω και να τους δώσω κουράγιο. Στο πλοίο είμαστε 7 Έλληνες, 6 Ρώσοι και 10 Πακιστανοί. Τα μάτια τους ήταν γεμάτα αγωνία και τρόμο. Χαμογέλασα και τους είπα πως όλα θα πάνε καλά και να μην πανικοβάλλονται. Τους συνέστησα να μην μετακινούνται διότι υπήρχε κίνδυνος τραυματισμού. Είχαν αρχίσει να ξηλώνονται τα πάντα μεσ’ το βαπόρι. Και όταν λέω τα πάντα εννοώ τα πάντα. Να φεύγουν πόρτες! Να φεύγουν τουαλέτες! Να φεύγουν από την κουζίνα ολόκληροι φούρνοι! Να βλέπεις στους διαδρόμους να κυλάνε ψυγεία, τουαλέτες, γραφεία… Σερνάμενος επανήλθα στη γέφυρα και κοιτάζοντας γύρω μου είδα πως η κατάσταση ήταν τραγική. Τεράστια κύματα πέρναγαν πάνω από το βαπόρι και το σκέπαζαν μέχρι τις σωσίβιες βάρκες. Έβλεπα μόνο τα άλμπουρα! Οι κλίσεις που έπαιρνε το πλοίο ήταν 35-40 μοίρες μέσα σε 9 δευτερόλεπτα! Στη γέφυρα ήμουν εγώ με τον μαρκόνι, αλλά δεν είχε μείνει τίποτα όρθιο. Πήρα τον χάρτη και τον στερέωσα στο πάτωμα κάτω από το GPS. Πήρα μέσω του VHF τηλέφωνο το γραφείο και τους ενημέρωσα για την κατάσταση. Κατάλαβαν την σοβαρότητα της κατάστασης και το μόνο που είπαν ήταν: «καπετάνιε κάνε ότι μπορείς για την ασφάλεια του κόσμου στο πλοίο, καλή τύχη…» Η καταιγίδα της 9/9/91 που χτύπησε το Zanet II και το πήγαινε στα βράχια του ακρωτηρίου St Francis Βρισκόμαστε κάπου 60-65 μίλια νοτιοδυτικά του ακρωτηρίου St. Francis. Μια βραχώδη κι επικίνδυνη περιοχή. Το ρεύμα και ο καιρός με παράσερνε προς τα βράχια του ακρωτηρίου με ταχύτητα 5 μίλια την ώρα. Όταν ξεκίνησε ο εφιάλτης ήταν 8 το πρωί και υπολόγιζα ότι αν κρατιόταν το βαπόρι και δεν βυθιζόμαστε, θα πέφταμε στα βράχια γύρω στα μεσάνυχτα. Οι κραδασμοί και οι θόρυβοι από βαριά εξαρτήματα που είχαν φύγει από τη θέση τους και μετακινιόντουσαν μέσα στο μηχανοστάσιο και στις καμπίνες ήταν τρομακτικοί. Αποφάσισα να κατέβω στο μηχανοστάσιο να δω τι κατάσταση επικρατούσε. Με δυσκολία πέρασα από τους διαδρόμους συναντώντας γραφεία, ψυγεία, πόρτες και διάφορα άλλα αντικείμενα να χτυπούν στα τοιχώματα. Τα πάντα είχαν διαλυθεί. Όταν κατέβηκα στο μηχανοστάσιο ένοιωσα τρόμο βλέποντας βαριά ανταλλακτικά, βαρέλια λαδιού, σωλήνες κι άλλα  να μετακινούνται και να κτυπούν δεξιά και αριστερά. Σωλήνες του πετρελαίου είχαν σπάσει κι έτρεχε πετρέλαιο. Ανεβαίνοντας έπεσε ένα πυροσβεστήρας και με τραυμάτισε στο αριστερό πόδι. Σύρθηκα κι ανέβηκα στη γέφυρα. Κάθισα στο πάτωμα ματωμένος, γεμάτος πετρέλαια και λάδια συνειδητοποιώντας πως σωτηρία δεν υπάρχει. Θυμάμαι πως δεν ένοιωθα φόβο για τον επερχόμενο θάνατο. Σκέφτηκα όμως να τον κάνω πιο ανώδυνο. Πήγα στο φαρμακείο του πλοίου. Το άνοιξα, πήρα ένα μπουκαλάκι με φαρμακευτικά ναρκωτικά του πλοίου. Τα έβαλα στην τσέπη μου για να τα χρησιμοποιήσω πριν πέσω στη θάλασσα. Η σκέψη μου ήταν στις μανάδες και στις οικογένειες των ανθρώπων που είχα στο βαπόρι: για τον πόνο και τον καημό που θα περάσουν χάνοντας δικούς τους ανθρώπους. Σκεφτόμουν τους δικούς μου; το πόσο θα τους πίκραινε ο χαμός μου.   Το SOS που έστειλε ο Ρώσος ασυρματιστής με εντολή του ανδριώτη πλοιάρχου στις 17:03 στις 9/9/91 Ειδοποίησα τον σταθμό ξηράς. Τους έδωσα το στίγμα μου και τους είπα πως είχα μεγάλο πρόβλημα. Μου είπαν πως βοήθεια με αυτό τον καιρό δεν μπορούμε να σου στείλουνε. Θα το ανέφεραν στα παραπλέοντα πλοία μήπως μπορούν κάπως να βοηθήσουν. Τους είπα πως δεν μπορούν να βοηθήσουν. Κάποια  στιγμή ήρθε ένα τάνκερ δίπλα μου. Κρατήθηκε στα τρία μίλια από εμένα και μου είπε: «δεν μπορώ να κάνω πολλά πράγματα, όμως θα παραμείνω εδώ…». Του απάντησα: «να μην παραμείνεις. Φύγε μην πάθεις κι εσύ καμία ζημιά». Μου είπε «καλή τύχη» κι έφυγε. Στη συνέχεια ήρθε κάποιο άλλο πλοίο δίπλα μου. Έκανε μια βόλτα κι έφυγε. Ρώτησα στο Πορτ-Ελίζαμπεθ αν θα μπορούσαν να σηκώσουν ελικόπτερα να πάρουν τον κόσμο. Και απάντησαν πως δυστυχώς με αυτό τον καιρό ελικόπτερα δεν σηκώνονταν. Κατέβηκα κάτω στο σαλόνι και βρήκα το πλήρωμα ξαπλωμένο στο πάτωμα. Του εμψύχωσα και τους είπα πως... σε λίγες ώρες θα έρθουν ελικόπτερα να μας πάρουν!!!… Οι ώρες περνούσαν ο καιρός παρέμενε ίδιος και το πλοίο ήταν ερείπιο. Το καλό ήταν πως το φορτίο δεν είχε μετακινηθεί. Εδώ έπαιξε ρόλο το κακό προαίσθημα, που μου δημιούργησε ο προληπτικός Αλέκος, ο υποπλοίαρχος, και κάναμε καλή δουλειά στην φόρτωση στο Κέιπ Τάουν. Όμως, εκτός από την μετακίνηση του φορτίου φοβόμουν μην φύγουν τα καπάκια των αμπαριών και τότε πάλι θα βυθιζόμαστε.  Κάποιο στιγμή ήρθε στη γέφυρα ο μάγερας και μου λέει: "καπετάνιε να πετάξουμε την γάτα στην θάλασσα γιατί είναι γρουσούζα"! Του λέω: "τι είναι αυτά που μου λες; Μην τυχόν και κάνετε τέτοιο πράγμα’". Η γάτα είχε μπει στο πλοίο στο Cape Town και την είχαμε κρατήσει. Ήταν ένα όμορφο ασπρόμαυρο γατάκι... Το SOS που έστειλε ο Ρώσος ασυρματιστής στις 18:22 στις 9/9/91. Στο SOS αυτό απάντησε ο Ολλανδός καπετάνιος του ναυαγοσωστικού John Ross στον ανδριώτη καπετάνιο. Κι έβαλε πλώρη μέσα στην καταιγίδα για να σώσει το Zanet II και το πλήρωμα του. Επειδή ήξερα την ακτή γνώριζα πως οι καιροί στην περιοχή δεν κρατάνε πάνω από 24 ώρες. Ήμασταν μέσα στο 24ώρο. Προσπαθούσα να κρατήσω το πλήρωμα. Τιμόνι δεν είχα. Με είχε διπλαρώσει το κύμα. Ήμασταν dead ship!!! Άρχισε να σουρουπώνει. Απελπίστηκα. Οι ώρες περνάγανε και πηγαίναμε προς τα βράχια. Τα φώτα του πλοίου λειτουργούσαν γιατί δούλευε η ηλεκτρική.  Πήγα δίπλα στον ασύρματο. Ο Ρώσος ασυρματιστής είχε δέσει την πολυθρόνα του στο γραφείο για να μπορεί να σταθεί. Είδα το δελτίο καιρού. Ο καιρός έφτιαχνε την επόμενη μέρα. Όμως ήταν πολύ αργά για εμάς. Υπολόγιζα πως γύρω στις 3 τα ξημερώματα το πλοίο θα έπεφτε στα βράχια του St. Francis. Και εκεί θα τέλειωναν όλα. Πήρα ένα χαρτί έγραψα το γενικό σήμα κινδύνου και του το έδωσα να το εκπέμψει… Μετά από 40 λεπτά με φώναξε ο ασυρματιστής και μου λέει πως ένα ναυαγοσωστικό με καλούσε στο ραδιοτηλέφωνο. Πήγα στον ασύρματο και μίλησα με τον καπετάνιο του, ο οποίος μου είπε βρίσκεται ανοικτά στο Πορτ-Ελίζαμπεθ και πηγαίνει για βοήθεια σε ένα τάνκερ που είχε ζημιές από την κακοκαιρία. Αλλά θεωρεί πως η δική μου κατάσταση ήταν εξαιρετικά κρίσιμη και δέχεται να έρθει να με βοηθήσει. Και με ρωτά αν δέχομαι LOF. Του είπα πως και δέχομαι. Το LOF είναι μια φόρμα για την σωτηρία πλοίων στη θάλασσα. Την εξέδωσαν οι Lloyd’s του Λονδίνου και γι' αυτό λέγεται Lloyd's Open Form. Το ναυαγοσωστικό παίρνει ένα ποσοστό της αξίας πλοίου και φορτίου. Το ποσοστό το βγάζει το arbitration, η διαιτησία δηλαδή.   Το Ολλανδικό ναυαγοσωστικό John Ross, ένα από τα δύο μεγαλύτερα του κόσμου στην εποχή του. Ακόμα είναι σε δράση με άλλο όνομα αν και η τεχνολογία του πια είναι παλιά. «ΟΚ έρχομαι σε σένα» λέει. Τον ρωτάω «που είσαι;». Απαντά: «έξω από το Πορτ-Ελίζαμπεθ». Του λέω: «άδικο κόπο θα κάνεις. Είσαι πολύ μακριά. Δεν θα με προφτάσεις.» Ανταπαντά: «θα κάνω ότι μπορώ». Εν τω μεταξύ ο καιρός είχε γυρίσει ευτυχώς και με πήγαινε προς τα βράχια με 2,5 μίλια την ώρα. Από το σημείο αυτό και μετά ξεκινά μια πολύ μεγάλη αγωνία. Θα έφτανε έγκαιρα; Και αν έφτανε θα μπορούσε να κάνει κάτι; Θεωρούσα την όλη επιχείρηση εξαιρετικά δύσκολη. Οι ώρες περνούν. Το πλοίο έρμαιο των κυμάτων πλησιάζει τις ακτές. Κάποια πλοία πλησιάζουν, αλλά απομακρύνονται μην μπορώντας κάτι να προσφέρουν, ενώ με τρεμάμενες φωνές εύχονται από το VHF «καλή τύχη…»  Στο βαθύ σκοτάδι αρχίζω να βλέπω τη σκιά των πανύψηλων βράχων. Διακρίνω τον φάρο του ακρωτηρίου St.Francis και λίγα φώτα στην ακτή να τρεμοσβήνουν. Ο καιρός πάντα ίδιος. Και το βαπόρι ερείπιο. Κρατημένος από τα ρέλια έξω από την γέφυρα κοίταζα στο σκοτάδι από εκεί που θα έρχονταν το ναυαγοσωστικό. Ο αφρός των κυμάτων με έλουζε και τα μάτια μου έκαιγαν από την αρμύρα. Κάποια στιγμή τον πιάνω στο VHF. Τον ρωτάω: «που βρίσκεσε γιατί εγώ σε μια ώρα πέφτω στα βράχια». Και απαντά: «εγώ σε βλέπω!!!» Απαντώ με αγωνία: «εγώ δεν σε βλέπω». Μπαίνω στη γέφυρα και τον εντοπίζω στο ραντάρ. Μου ξαναλέει: «βγες έξω στην βαρδιόλα - αν μπορείς - θα σου ανάψω τον μεγάλο προβολέα». Βγαίνω και βλέπω ένα φως. Η αγωνία μου ήταν στα άκρα. Αναρωτιόμουν αν θα προλάβει ή δεν προλάβει. Πρέπει να είμαστε μόλις 3 μίλια από τα βράχια. Με πλησιάζει κι άλλο και λέει: «θα ξεκινήσω να σου δώσω με το ορμιδιοβόλο ένα σχοινάκι για να πιάσεις κάβο».  Αριστερά το John Ross σε δράση στον ωκεανό και δεξιά η περιγραφή της διάσωσης στην εφημερίδα "Eastern Province Herald" του Πορτ-Ελίζαμπεθ την επομένη 10/9/91. "Το John Ross και το Zanet II παρασύρονταν από κύματα 8 μέτρων όταν κατάφεραν κι έδεσαν κάβο... Ήταν τύχη που το John Ross ήταν στην περιοχή είπε ο λιμενάρχης John Davis. Έδεσε για επισκευή 24 ωρών και μετά θα έφευγε... ". Από εφημερίδα του Πορτ-Ελίζαμπεθ της επομένης 10/9/91. Έπρεπε να ορίσω από το πλήρωμα τα άτομα που θα κατέβαιναν στην κουβέρτα - παλεύοντας με τα κύματα - για να πάνε στην πλώρη. Πίστευα πως εννέα στις δέκα κάποιος από αυτούς θα χανόταν. Μεταξύ αυτών που κάλεσα ήταν και ο υποπλοίαρχος. Τον φωνάζω στη γέφυρα και του εξηγώ την κατάσταση. Αποφάσισα να πάει αυτός, ο λοστρόμος, πoυ ήταν από την Σύρο και δύο Πακιστανοί ναύτες. Μπροστά στα μάτια μου ήρθε η εικόνα της μάνας του Αλέκου, που ζήτησε στο αεροδρόμιο να προσέχω το παιδί της κι έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια της. Κι εγώ αποφάσιζα να τον στείλω στην πλώρη με πιθανότητα να χαθεί. Γυρίζω και λέω: «Αλέκο σκέφτομαι τη μάνα σου, θα στείλω κάποιον άλλο». Κι εκείνος απαντά: Κάπτα-Νίκο θα πάω εγώ, όμως αν χαθώ κι εσύ ζήσεις θέλω να προσέχεις τη μάνα μου»… Τους έδωσα οδηγίες: να δεθούν με σχοινιά και γάντζους, καθώς και λεπτομέρειες πως θα κινηθούν στο κατάστρωμα. Το ναυαγοσωστικό μας πλησίαζε, ανάψαμε όλα τα φώτα και τους προβολείς στο κατάστρωμα. Το ίδιο έκαναν και στο ναυαγοσωστικό. Ο καπετάνιος του με ενημέρωσε πως ήταν έτοιμος να ρίξει την πρώτη βολίδα. Έδωσα εντολή στον Αλέκο, στον λοστρόμο και στους δύο ναύτες να προχωρήσουν στο κατάστρωμα. Καθώς μάκραιναν - μια τους έβλεπα και μια τους έχανα μέσα στα κύματα - κοίταζα όταν έφευγε το νερό πόσοι είχαν μείνει. Κατάφεραν και έφτασαν στην πλώρη και οι τέσσερις. Εκεί το βαπόρι είχε πρόστεγο και τα πράγματα ήταν καλύτερα.  Το John Ross - ναυαγοσωστικό των ωκεανών - εν δράσει... Το ναυαγοσωστικό μια το έβλεπα και μια το έχανα κι αυτό μέσα στα κύματα. Μου ρίχνει τον πρώτη βολή, αλλά ο αέρας πήρε το σχοινί και χάθηκε. Μου ρίχνει την δεύτερη, αδύνατον να πιάσουν το σχοινί. Μου ρίχνει την τρίτη. Και πάλι αδύνατον να πιάσουμε το σχοινί. Τα δύο πλοία πλησιάζαμε πλέον τα βράχια. Μου λέει ο καπετάνιος του ναυαγοσωστικού: «καπετάνιε δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια. Το μόνο που μένει να κάνετε είναι να πέσετε στην θάλασσα κι όσους μαζέψω.» Σκέφτηκα: "Πώς να δώσω εντολή να πέσουν στη θάλασσα οι άνθρωποι μου;" Και απαντώ: "Σε παρακαλώ κάνε μια προσπάθεια ακόμα". Φωνάζω στον υποπλοίαρχο με το γουόκι-τόκι: «Αλέκο αυτή είναι η τελευταία προσπάθεια. Κάντε ότι μπορείτε μήπως το πιάσουμε». Και κοιτώ τον σκοτεινό ουρανό λέγοντας: «Θεέ μου βόηθα μας…» Ο καπετάνιος του ναυαγοσωστικού ήρθε πιο κοντά. Η βολίδα έπεσε 20 μέτρα από εκεί που ήταν οι άνθρωποι μου στο κατάστρωμα. Τρέχουν αυτοί μες τα κύματα: τους χάνω!! Και την τελευταία στιγμή βλέπω και τους τέσσερις να σηκώνουν τα χέρια! Κι ακούω τον Αλέκο να λέει: «το έπιασε ο λοστρόμος»… Του λέω: «τραβάτε πολύ σιγά μην σπάσει». Άρχισαν να τραβάνε σιγά και προσεκτικά. Τους βλέπω να φτάνουν στο πρόστεγο της πλώρης και να τραβούν πάντα σιγά-σιγά. Έρχεται η μπαρούμα. Έρχεται και το σύρμα. Τους δίνω κουράγιο και έρχεται και η γάσα. Μετά ακούω τον Αλέκο να λέει: «κοτσάραμε καπετάνιε, κοτσάραμε». Του λέω: «Αλέκο κατεβείτε στο πρόστεγο και μείνετε εκεί. Μην έρθετε πίσω και σας πάρει η θάλασσα…» Τα βράχια του Cape St.Francis Μίλησα με τον καπετάνιο του ναυαγοσωστικού και τον ενημέρωσα πως δέσαμε. Πρέπει να είμαστε 500 μέτρα από τα βράχια. Το βαπόρι ήταν σαν υποβρύχιο. Κρατιόμουν από την κουπαστή… Έκτοτε δεν θυμάμαι τίποτα. Το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι ήταν πως ήμουν στη βαρδιόλα βρεγμένος μέχρι το κόκαλο. Κάπου εκεί έχασα τις αισθήσεις μου…  Μετά από ώρα κατάλαβα ότι ήμουν ξαπλωμένος στον καναπέ της γέφυρας και κάποιος πάνω μου να μου χτυπάει χαστούκια για να συνέλθω. Ήταν ο Αλέκος. Με φώναζε στο VHF και δεν απαντούσα. Ανησύχησε και ήρθε πίσω στη γέφυρα. Με βρήκε λιπόθυμο στην βαρδιόλα. Το μπότζι με παρέσερνε  από την μια στην άλλη άκρη. Του φώναξα γιατί διακινδύνευσε και ήρθε πίσω λέγοντας: "ρε βλάκα δεν σου είπα να μείνεις εκεί"! Και απάντησε χαμογελώντας: "Καπετάνιε δεν απαντούσες κι ανησύχησα. 'Ηρθα και σε βρήκα αναίσθητο και χτυπημένο στην βαρδιόλα". Πράγματι είχα κτυπήσει στο πρόσωπο και στο χέρι. Έφερε το φορητό φαρμακείο του πλοίου και καθάρισε τα τραύματα μου. Το ρυμουλκό είχε αρχίσει να μας τραβάει με δυσκολία. Είπα στον υποπλοίαρχο να φέρει στη γέφυρα όσους είχαν κατέβει στο κατάστρωμα για να δέσουν το πλοίο με το ναυαγοσωστικό. Ήρθαν ταλαιπωρημένοι. Τους αγκάλιασα και του φίλησα όλους. Κάθισα στην πολυθρόνα της γέφυρας. Κι είπα στον υποπλοίαρχο να πάει να ξεκουραστεί. Θα έμενα εγώ στη γέφυρα… Το Zanet II πλοίο και η εφημερίδα "Eastern Province Herald" που περιγράφει μερικά από τα συμβάντα εκείνης της τρομερής νύχτας. Ξημέρωσε κι ο καιρός άρχισε να καλυτερεύει. Το πλήρωμα πήγε στις καμπίνες του. Οι βάρδιες ξεκίνησαν πάλι. Με την βελτίωση του καιρού η ρυμούλκηση επιταχύνθηκε. Και κατά τις 11 το πρωί φτάσαμε στο Πορτ-Ελίζαμπεθ. Η θάλασσα είχε πέσει. Δέσαμε. Κατέβηκα στο σαλόνι μου και κάθισα στο γραφείο που περιέργως δεν είχε ξηλωθεί. Μου χτύπησε κάποιος  την πόρτα. Ήταν ο καπετάνιος του ναυαγοσωστικού Τζον Ρος - ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο που ακόμα υπάρχει – είχε έρθει στη γέφυρα για να υπογράψουμε την φόρμα διάσωσης. Το πρόσωπο αυτού του ξανθού Ολλανδού με τα πολλά μαλλιά και τα γαλανά μάτια είναι σαν να το βλέπω αυτή τη στιγμή μπροστά μου. Αγκαλιαστήκαμε. Η αγκαλιά μας και το σφίξιμο και των δύο μας δεν περιγράφεται. Μου είπε πως ήταν 20 χρόνια στα ναυαγοσωστικά και τέτοια ιστορία και τέτοια αγωνία δεν είχε ξαναζήσει και ούτε ήθελε να ξαναζήσει. Και κατέληξε πως η τελευταία κουβέντα μου: «κάνε μια προσπάθεια ακόμα ήταν συγκλονιστική… την έκανα αν και δεν πίστευα.. Κι όμως ο Θεός την έκανε και πέτυχε. Και σωθήκατε». Ενώ τα έλεγε δάκρυα έτρεχαν στα μάτια του πανύψηλου Ολλανδού…  Το πλήρωμα του πλοίου Zanet II που σώθηκε σαν από θαύμα... Την επόμενη ήρθαν οι αντιπρόσωποι από τις ασφάλειες για τα διαδικαστικά, ενώ ξεκίνησαν οι επισκευές του πλοίου. Θα κρατούσαν 20-30 μέρες. Εγώ μετά από αυτήν την ψυχολογική φόρτιση αισθανόμουν άσχημα. Αποφάσισα να επιστρέψω στην Ελλάδα. Ήθελε κι ο Αλέκος να φύγει, αλλά τον απέτρεψα για να μην μείνει το πλοίο χωρίς καπετάνιο. Πήρε ένα δώρο για την μητέρα του. Θα της το πήγαινα εγώ. Φεύγοντας από το πλοίο αγκάλιασα όλο το πλήρωμα: "είμαστε όλοι ζωντανοί’’! Κάποιος πήγε στην γέφυρα και με χαιρέτισε με σφύριγμα. Στη σκάλα ο μάγειρας με αποχαιρέτα και λέει: "καπετάνιε μείνε ήσυχος, θα προσέχω την γάτα’’!... Το Zanet II στο λιμάνι. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ένοιωθα πάρα πολύ φορτισμένος. Φτάνοντας στο Ελληνικό ήταν βράδυ. Πήρα ένα ταξί. Με ρωτάει ο ταξιτζής «που πηγαίνουμε» και δεν απαντώ. Γυρίζει με κοιτά απορημένος. Του λέω: «Αθήνα»… Δεν ήξερα που ήθελα να πάω. Να πήγαινα σπίτι μου ή να πέρναγα από την μάνα μου. Με ξαναρωτάει ο ταξιτζής - όταν στρίψαμε για Αθήνα - και δίνω την διεύθυνση του σπιτιού της  μάνας μου... Πήγα και της χτύπησα νυχτιάτικα. Άνοιξε με είδε, ξαφνιάστηκε και ρώτησε: «Που βρέθηκες εδώ; Τι συμβαίνει; Είσαι καλά;» Αγκαλιαστήκαμε της είπα πως είχα ένα μικρό ατύχημα κι επέστρεψα Ελλάδα. Δεν είχα ειδοποιήσει ούτε την γυναίκα μου ούτε την μάνα μου πως γύριζα Ελλάδα. Απλώς είχα πει πως είχαμε ένα ατύχημα με το καράβι για να μην τις ανησυχήσω. Κάθισα με τη μάνα μου μια ώρα. Μετά έφυγα για το σπίτι μου. Φτάνοντας αγκάλιασα την γυναίκα μου και το παιδί μου. Ήμουν ζωντανός κι ήμουν μαζί τους… Τον Αλέκο δεν τον ξανασυνάντησα. Έψαξα να τον βρω. Αλλά δεν τον βρήκα. Μια φορά κάπου στον Πειραιά οδηγώντας σταμάτησα σε ένα φανάρι. Στο αντίθετο ρεύμα, ακριβώς απέναντι μου, σταματημένο ήταν ένα αυτοκίνητο και στο τιμόνι ήταν ο Αλέκος! Σηκώνει το χέρι χαιρετώντας με. Σηκώνω το χέρι και τον αντιχαιρετώ. Μετά το φανάρι άναψε πράσινο και φύγαμε σε αντίθετες κατευθύνσεις. Δεν τον έχω ξαναδεί έκτοτε… Ήταν το τελευταίο ταξίδι μου. Έμεινα στην στεριά. Κι έκανα άλλη καριέρα στην ναυτιλία. Μια καριέρα που είχε τις δικές της ξεχωριστές επιτυχίες μέχρι σήμερα. Το ταξίδι εκείνο άλλαξε εκτός από την καριέρα μου και τη ζωή μου, καθώς και τις αξίες στις οποίες πίστευα. Άρχισα να δίνω σημασία σε πράγματα, που συχνά περνούν απαρατήρητα. Αλλά και στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους. Ήταν το turning point της καριέρας και της ζωής μου...   ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ο τίτλος του κειμένου είναι αναφορά στο λιμάνι καταφυγής του πλοίου και στίχος από το ποίημα "Θεσσαλονίκη" του Νίκου Καββαδία.  
Καπετάν Ισίδωρος: "Εκείνο το τ...
  Ο καπετάν Ισίδωρος Λιγνός στη γέφυρα του Andros (φωτ. Εν Άνδρω). Το πρωινό της 31ης Αυγούστου 2017 στο Γαύριο θα το θυμάται για καιρό ο καπετάν Ισίδωρος Λιγνός. Ο Σαντορινιός καπετάνιος του Andros FAST FERRIES μπορεί να ταξιδεύει από 15 χρονών, μπορεί να έχει κάνει απίστευτα ρεμέτζα στην άγονη γραμμή των Κυκλάδων, ρεμέτζα που έγιναν viralσε όλο τον κόσμο. Όμως το να παλεύει με 11άρι μέσα στο κλειστό λιμάνι του Γαυρίου δεν ξεχνιέται.
Η μεγαλύτερη και πιο επικίνδυν...
Η ιστορική κόντρα των δύο πλοίων: του Παναγία Τήνου και του Ναΐας ΙΙ. Η ακτοπλοΐα στην Ελλάδα έχει την δική της μεγάλη ιστορία και ένα τεράστιο παρασκήνιο,  που το γνωρίζουν λίγοι. Βαπόρια, καπετάνιοι, εφοπλιστές, πράκτορες, τύποι του λιμανιού και παράξενοι επιβάτες αποτελούν ένα μωσαϊκό ανθρώπων και καταστάσεων που έχει γράψει απίστευτες ιστορίες κάποιες από τις οποίες έχουν περάσει στην σφαίρα του μύθου…
Ο χαιρετισμός…...
Του Φραγκίσκου Κρουσίνσκυ   (Ο Φραγκίσκος Κρουσίνσκυ, εργαζόμενος επί δεκαετίες στα "ΝΕΑ", κάποια στιγμή που συναντηθήκαμε είπε πως έχει κι αυτός μια ναυτική ιστορία. Την έστειλε. Συνέβη στον Ινδικό κι την διηγιόταν ένας ο καπετάν Χρήστος από το Γαλαξείδι. Όταν την διάβασα θυμήθηκα μια αντίστοιχη, αλλά με άλλο τέλος στον Ατλαντικό, την οποία είχε γράψει ο καπετάν Γιώργης από το Κόρθι. Τελικά κατέληξα πως όλοι οι ναυτικοί έχουν μια κοινή πατρίδα, την θάλασσα. Γι' αυτό και οι ιστορίες τους γειτονεύουν, αλληλοσυμπληρώνονται και δεν απέχουν η μια από την άλλη – Εν Άνδρω) Το Γαλαξείδι είναι αυτό που λένε «νησί της στεριάς».  Πράγματι το κεντρικό λιμάνι δίνει την εντύπωση πως βρίσκεσαι σε νησιώτικο περιβάλλον. Το δεύτερο και παλιότερο λιμάνι του, δίπλα, λέγεται και «Χηρόλακας». Όχι αναίτια. Εκεί έκλαιγαν οι χήρες τους ναυτικούς που χάνονταν στα ταξίδια. Βλέπεις ο τόπος παραδοσιακά έβγαζε ναυτικούς… Ο καπετάν Χρήστος - μακρινός συγγενής εξ΄αγχιστείας - συνταξιούχος καπετάνιος, δένει τη βάρκα του στο Χηρόλακα. Από κει βγαίνει και ψαρεύει συχνά. Μια μέρα την ώρα που έδενε τα σχοινιά γύρισα και τον ρώτησα για τον καιρό. Και μου απαντά: -       Τώρα πλέον αντί για τα παλιά ναυτικά σημάδια που δείχνουν τι καιρό θα κάνει, βλέπω τις ανεμογεννήτριες στο βουνό. Ανάλογα με την γωνία και την φορά των πτερυγίων καταλαβαίνω αν θα ‘χουμε γαρμπή ή σοροκάδα... Όπως τον έβλεπα σκυμμένο στα σχοινιά μου ήρθε μια ιδέα και τον ξαναρωτάω: -    Χρήστο μήπως θυμάσαι καμιά ιστορία που σε συντάραξε μετά από τρεις δεκαετίες στην γέφυρα;  Ο καπετάν Χρήστος σταματά. Κοιτάζει τη θάλασσα. Κάθεται σε μια άκρη κι ανάβει τσιγάρο. Μετά άρχισε αργά: -     Ήταν στη δεκαετία του 70΄. Ήμουν δόκιμος σ΄ ένα ελληνικό φορτηγό. Ταξιδεύαμε στον Ινδικό. Νύχτα με καλή θάλασσα. Κοιμόμουν στην κουκέτα μου μετά από μια κουραστική βάρδια. Ξαφνικά ακούγεται ένας δυνατό σφύριγμα που κατάλαβα ότι προερχόταν από το δικό μας καράβι. Σφύριγμα πλοίου μέσα στη νύχτα, χωρίς αιτία, σημαίνει συναγερμός! Σηκώθηκα, ντύθηκα γρήγορα κι ανέβηκα αλαφιασμένος στην γέφυρα. Εκεί ήταν μόνο ο τιμονιέρης και ο καπετάνιος, ένας Χιώτης. Τι συμβαίνει καπετάνιο, ρωτάω ανήσυχος. Εκείνος δεν απάντησε. Ο τιμονιέρης μου έκανε νόημα να περιμένω… Σταματά παίρνει μια ανάσα και συνεχίζει: -    Μετά είδα ότι τα μάτια του καπετάνιου ήταν υγρά. Στεκόταν όρθιος δίπλα στο τζάμι της γέφυρας και κοίταζε προς την πλώρη με άδειο βλέμμα. Δεν είπα τίποτα. Πέρασε αρκετή ώρα. Κάποια στιγμή ο καπετάνιος γύρισε πίσω στη θέση του. Κάθισε κι άρχισε να μιλάει σιγά… Ξαναπαίρνει μια ανάσα ο καπετάν Χρήστος, πετά το τσιγάρο, και συνεχίζει την αφήγηση: -    Πριν από αρκετά χρόνια, μου είπε, ήμουν και εγώ δόκιμος σε ένα γκαζάδικο, ταξιδεύαμε σε αυτό το μήκος και πλάτος. Ήταν μια άγρια νύχτα, ο δικός μου καπετάνιος ζήτησε δυο εθελοντές. Έπρεπε να βγουν στο κατάστρωμα και να ασφαλίσουν το καπάκι μιας υπόγειας εισόδου στην πλώρη, γιατί η θάλασσα αγρίευε και μια τέτοια κατάσταση θα έθετε το καράβι σε κίνδυνο. Πολλή περισσότερο που ήταν και γκαζάδικο. Διστάσαμε. Τότε ο τρίτος καπετάνιος, ένα θαυμάσιο και φιλότιμο παιδί - ανδριώτης νομίζω - προσφέρθηκε. Είπα ότι θα πάω μαζί του. Ήταν δύσκολη δουλειά. Τα κύματα είχαν αρχίσει να σαρώνουν το κατάστρωμα. Παρόλα αυτά αποφασίσαμε να μη δεθούμε και γιατί το καπάκι ήταν κοντά και γιατί αν μας χτύπαγε ένα κύμα δεμένους στη λαμαρίνα θα μας τραυμάτιζε σοβαρά. Καθώς βγαίναμε γυρνάω και του λέω πως δεν ξέρω κολύμπι... -    Πάμε μη φοβάσαι, απάντησε ο τρίτος. Ξέρω να κολυμπώ καλά και για τους δυο μας… -    Βγήκε και τον ακολούθησα. Η δουλειά έγινε γρήγορα και αρχίσαμε να γυρίζουμε πίσω. Εκείνη τη στιγμή η πλώρη βυθίστηκε και ένα τεράστιο κύμα σάρωσε το καράβι. Σαν πούπουλα μας σήκωσε ψηλά και μας πέταξε στην αγριεμένη θάλασσα. Για μια στιγμή έχασα τα πάντα. Την επόμενη στιγμή ένα άλλο κύμα με πέταξε πίσω στο κατάστρωμα! Το πλήρωμα βγήκε και με τράβηξε μέσα. Σαν από θαύμα γλύτωσα με δύο σπασμένα πλευρά. Όμως, ο τρίτος χάθηκε για πάντα στη μέση του ωκεανού... Τον πήρε η θάλασσα μαζί της… Η μοίρα έπαιξε άσκημο παιχνίδι μαζί του. Εκείνος που ήξερε να κολυμπά χάθηκε και εγώ που δεν ήξερα σώθηκα... Έτσι κάθε φορά που η ρότα με φέρνει και περνάω από αυτό το σημείο, χαιρετάω τον φίλο μου. Είναι το μόνο που μπορώ να κάνω γι΄ αυτόν... Εδώ ο Χρήστος σταμάτησε. Άναψε δεύτερο τσιγάρο και μονολόγησε: -    Τώρα που το σκέφτομαι πρέπει να αλλάξω αραξοβόλι για τη βάρκα μου… -    Γιατί, τον ρώτησα... -      Μα εδώ είναι η Χηρόλακα. Κι εμένα δεν μ’ έχει κλάψει ακόμη κανείς!
«Ναυμαχία» στην Άνδρο! Όταν η ...
  Πολέμικό πλοίο της άσκησης στην περιοχή του πεδίου βολής Άνδρου Διεξήχθη η άσκηση «ΑΣΤΡΑΠΗ 3/17»  στη θαλάσσια περιοχή του κεντρικού Αιγαίου - στο πεδίο βολής Άνδρου - από το βράδυ της 20ής Μαρτίου 2017 έως το βράδυ της 22ας Μαρτίου 2017.  Στην άσκηση συμμετείχαν φρεγάτες, πλοία γενικής υποστήριξης, υποβρύχια και πυραυλάκατοι.
Η Ραφήνα και τα δύο ναυάγια τη...
Του Αντώνη Λαζαρή   Το καΐκι "Αγ. Χαράλαμπος" στο λιμάνι της Ραφήνας. Του Στυλιανού Περικλέους εξαδέλφου του Περικλή Περικλέους. Η φωτογραφία είναι του Ανδρέα Εμπειρίκου (λεύκωμα Καϊρείου Βιβλιοθήκης Άνδρου). Μια διαδρομή στο χτες και σε δύο σκληρές στιγμές μιας άλλης εποχής. Η μία αποτελεί και σήμερα μνήμη σκληρή του νησιού μας. Αναμνήσεις του καϊκτσή Περικλή Περικλέους που κατέγραψε ο καθηγητής Αντώνης Λαζαρής στα πλαίσια του Περιβαλλοντικού Προγραμματος του 1ου Γυμνασίου Ραφήνας. Ο Περικλής Περικλέους γεννήθηκε το 1930 στην Ερέτρια της Εύβοιας. Η καταγωγή του ήταν από τον Μαρμαρά της Προποντίδας. Υπήρξε τρίτης γενιάς ψαράς και ιδιοκτήτης της μηχανότρατας «Άγιος Κωνσταντίνος» και του γρι-γρι «Άγιος Δημήτριος». Το «Άγιος Κωνσταντίνος»  ήταν δεκαεπτά μέτρα καΐκι. Ψάρευε μέχρι Άνδρο, Τήνο, Μύκονο, αλλά και πιο μακριά. Συνέβαλε στα δύο μεγάλα ναυάγια που συγκλόνισαν την Ραφήνα και την Ελλάδα: του "Χειμάρρα" και του "Χρυσή Αυγή" - Εν Άνδρω)
O καπετάν-Γιαννούλης Χαζάπης α...
Του Αντώνη Λαζαρή Ο καπετάν-Γιαννούλης Χαζάπης με τον καπετάν-Τάσο Τρέσσο στη φιλόξενη γέφυρα του "Superferry II" τον Μάρτιο του 2014 (φωτο: Αντώνης Λαζαρής) (Από τον συνεργάτη μας Αντώνη Λαζαρή λάβαμε το ακόλουθο κείμενο που διορθώνει σχετική παράλειψη στο μικρό αφιέρωμα μας στους τελευταίους ανδριώτες καπετάνιους της γραμμής μας – Δ.Μπ.) Νομίζω ότι στο μικρό αφιέρωμα που έκανες για Ανδριώτες καπετάνιους στα πλοία της γραμμής Ραφήνας-Άνδρου-Τήνου-Μυκόνου λησμόνησες τον καπετάν-Γιαννούλη Χαζάπη από τις Στενιές της Άνδρου. Ο καπετάν-Γιώργης Σαμιωτάκης σταμάτησε τον Ιούνιο του 1998. Ο καπετάν-Γιαννούλης Χαζάπης καπετάνεψε στη γραμμή μέχρι το φθινόπωρο του 1999. Τότε ήταν καπετάνιος στο SuperCat "Χαρούλα" του Γιώργη Γούτου.
Πασχαλινό γαλακτομπούρεκο στον...
Του καπετάν Λεωνίδα Μουστάκα   Το φορτηγό πλοίο (bulk carrier) LIRYC, "το πλοίο με το λάθος όνομα". Όπως φάινεται οι υπερκατασκευές του πλοίου (γέφυρα, νηχανή κλπ) ήταν όλες στην πρύμη. Πάσχα του 1965. Ήμουνα πλοίαρχος του νεότευκτου μπαλκ-κάριερ LIRYC. Επειδή υπήρχε και άλλο βαπόρι με λιβεριανή σημαία, όπως και το δικό μας, οι αρχές της Λιβερίας δεν επέτρεπαν να νηολογηθή κι άλλο με το ίδιο όνομα. Όμως ο μακαρίτης Κώστας Μ. Λεμός, πλοιοκτήτης του LIRYC, άνθρωπος που δεν έκανε πίσω σε τίποτα, ήθελε το βαπόρι να ονομαστεί έτσι και σκαρφίστηκε τη γραφή του ονόματος με αναγραμματισμό, ανατρέποντας τις αντιρρήσεις των λιβεριανών αρχών. Έτσι σε κάθε λιμάνι που προσεγγίζαμε, οι διάφοροι με τους οποίους συναλλασσόμαστε το αποκαλούσαν: «το βαπόρι με το λάθος όνομα». Ο καπετάν-Λεωνίδας Μουστάκας από το Κόρθι μπροστά στην προτομή του μακρινού προγόνου του Είχαμε φύγει, λοιπόν, από το Νόρφολκ φορτωμένοι κάρβουνο και μέσω της διώρυγας του Παναμά πηγαίναμε για την Τσίμπα της Ιαπωνίας από την οποία απείχαμε αρκετές μέρες ακόμα. Το πρωί της Κυριακής του Πάσχα έκανα την βόλτα μου στους διάφορους χώρους όπως συνήθιζα και για να ανταλλάξουμε ευχές με όποιους συναντούσα. Είχε προηγηθεί κάποιος δυνατός καιρός, κάπου στον Ειρηνικό ωκεανό και άφησε πίσω του αρκετό μπότζι. Φτάνοντας έξω από την κουζίνα βλέπω τον καμαρότο με ένα ταψί άψητο γαλακτομπούρεκο έτοιμος να το ρίξει στο μπουγέλο των σκουπιδιών ανταλλάσοντας κάποια «γαλλικά» με τον Χριστό: «τι ήθελες και αναστήθηκες σήμερα;» Και άλλα τέτοια. Μόλις που πρόλαβα να τον σταματήσω και να τον ρωτήσω πόση ώρα θέλει για να ψηθεί. Στην απάντηση του «είκοσι λεπτά περίπου» του είπα να περιμένει. Και από το τηλέφωνο της ρεσπέτζας τηλεφώνησα στον ανθυποπλοίαρχο να γυρίσει το βαπόρι δέκα μοίρες αριστερά για να μετριάση το μπότζι. Κι αυτό γιατί χυνόταν το γαλακτομπούρεκο μέσα στον φούρνο και γι’ αυτό ήθελε να το πετάξει! Το βάζει πάλι στο φούρνο αλλά αυτό συνέχισε να χύνεται. Κρατώ το τηλέφωνο ανοικτό και γυρίζω το καράβι άλλες δέκα μοίρες. Αυτό όμως συνέχισε να βγαίνει από το ταψί. Άλλαξα κι άλλο την πορεία, συνολικά 40 μοίρες έξω από την γραμμή μας, μέχρι να ψηθεί το γλυκό! Και όντας σε ετοιμότητα μόλις ψηθεί το γλυκό να ξαναπάμε στην πορεία μας. Ανέβηκα στην γέφυρα όπου ο ανθυποπλοίαρχος με περίμενε για να μάθει τους λόγους της στροφής, γιατί φοβήθηκε μήπως είχα δει κάτι εγώ από την πρύμη και δεν το είχε αντιληφθεί αυτός από την γέφυρα. Τον καθησύχασα πως έκανε καλά την δουλειά του και ότι υπήρξε λόγος: «ανωτέραςβίας» (δεν θα τρώγαμε γλυκό στο πασχαλινό τραπέζι)! Μόλις ψήθηκε το γαλακτομπούρεκο ξαναγυρίσαμε στην κανονική μας πορεία και στη συνέχεια επακολούθησε τρικούβερτο γλέντι με όσα καλά διέθετε το βαπόρι. Ήταν ένα αξέχαστο Πάσχα…   
Η τραγωδία του "Χρυσή Αυγή" όπ...
Του Δημήτρη  Σταυρόπουλου Το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 24ης Φεβρουαρίου. Πρώτο θέμα το ναυάγιο και από κάτω ο φοβερός χιονιάς. (Το εκτενές αφιέρωμα του Εν Άνδρω για το ναυάγιο του Χρυσή Αυγή έτυχε πολύ μεγάλης δημοσιότητας. Πάρα πολλές χιλιάδες το διάβασαν στο site μας, αλλά και δεκάδες χιλιάδες το είδαν στα social media της Άνδρου, της Ραφήνας και της Αττικής. Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σταυρόπουλος, εργαζόταν τότε στην εφημερίδα Ακρόπολη, έστειλε την δική του μαρτυρία για την κάλυψη του συγκλονιστικού γεγονότος. Την καταθέτουμε ως μέρος του "μάχιμου ρεποσρτάζ" εκείνης της εποχής  Δ.Μπ.) Αν μου επιτρέπετε μια μικρή παρέμβαση (ύστερα από πολύ καιρό). Θέλω να προσθέσω μερικές λεπτομέρειες όπως τις έζησα, προκειμένου να συνεισφέρω στην ιστορική τεκμηρίωση των γεγονότων της τραγωδίας του «Χρυσή Αυγή». Εκείνο το απόγευμα στη Ραφήνα έγιναν μεγάλα λάθη από ολλές πλευρές και υπήρξαν βαρύτατες αμέλειες. Μερικές από αυτές οδήγησαν στο «ξήλωμα» της ηγεσίας του Λιμεναρχείου.